Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης διαμόρφωσε νέες συνθήκες για τον Ελληνισμό που έμεινε χωρίς πολιτική/πνευματική ηγεσία. Οι λόγιοι από τα τέλη του 14ου έως τα μέσα του 16ου κατέφυγαν στη Δύση, κυρίως Ιταλία όπου δραστηριοποιήθηκαν ως δάσκαλοι των ελληνικών, μεταφραστές, αντιγραφείς χειρογράφων, τυπογράφοι, επιμελητές και εκδότες ελληνικών κειμένων. Ορισμένοι όπως ο καρδινάλιος Βησσαρίων, ο Λάσκαρις κ.ά., έπαιξαν ενεργό ρόλο στην πολιτική ζωή και έγιναν προπαγανδιστές της ιδέας την Σταυροφορίας κατά των Τούρκων. Η δράση του είχε απήχηση και στην Ελλάδα Η ορθόδοξη χριστιανική ιδέα συνδεδεμένη με την εθνική είχε αρχίσει να διαμορφώνεται μετά το 1204 και προκαλούσε μικρά επαναστατικά κινήματα υποκινούμενα από την Δύση. Η συμβολή των Ελλήνων λογίων στον Ουμανισμό σημαντική. Διέδωσαν την γνώση της Αρχαίας Ελληνικής φέρνοντας στις λεγόμενες «χώρες της Διασποράς» κείμενα κλασικών, εμπλουτίζοντας τον πνευματικό ευρωπαϊκό χώρο με «ουμανιστικά» στοιχεία.
Χαρακτηριστικά Ουμανισμού:
- Εμφάνιση ενός καινοτόμου πνεύματος,
- Μελέτη των κλασικών γλωσσών/γραμμάτων (ανθρωπιστική παιδεία «φιλολογικός ουμανισμός»)
- Περιορισμός του ρόλου της Εκκλησίας
- Εκκοσμίκευση
- Ανάπτυξη εθνικών γλωσσών /λογοτεχνιών
Οι Έλληνες λόγιοι στη Δύση έγραφαν και οι ίδιοι τόσο πεζά (όχι καθαυτό λογοτεχνικά) όσο και ποιητικά (επιγράμματα, ύμνους, ωδές κ.ά). Σημαντικότεροι : Βησσαρίων, Λάσκαρις, Φραγκίσκος Πόρτος, Λέων Αλλάτιος, Λεονάρδος Φιλαράς κ.ά. Νικόλαος Σοφιανός: α΄μισό 16ου τοποθετείται η δράση του λογίου που ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για τη νέα ελληνική γλώσσα/παιδεία των υπόδουλων Ελλήνων. Έγραψε Γραμματική της κοινής ελληνικής, έμεινε ανέκδοτη ως το 1870 . Γύρω του δημιουργήθηκε κύκλος λογίων με κοινά γλωσσοεκπαιδευτικά ενδιαφέροντα πχ Αντώνιος Έπαρχος, ποιητής Ιάκωβος Τριβώλης. Ο Σοφιανός και ο «πνευματικός κύκλος» του μαζί με τον δραστήριο Ανδρόνικο Νούκιο που απόδοσε στην Νεοελληνική του Μύθους του Αισώπου αποτέλεσαν μια ομάδα μη κληρικών λογίων οι οποίοι επιχείρησαν στο 2ο τέταρτο του 16ου να συνδυάσουν τον αρχαιόγλωσσο ουμανισμό με την καλλιέργεια της δημώδους ελληνικής μεταφράζοντας/εκδίδοντας έργα για εκπαιδευτικούς σκοπούς.
Σε λαϊκή γλώσσα στο 1ο μισό 16ου γράφονταν έργα θεολογικά και εκκλησιαστικής ρητορικής πχ: οι Κερκυραίοι ιερομόναχοι Ιωαννίκιος Καρτάνος και Αλέξιος Ραρτούρος και ο κληρικός αργότερα επίσκοπος, Δαμασκηνός Στουδίτης, οι οποίοι τύπωναν τα έργα του στη Βενετία.
Οι προσπάθειες του απόδημου ελληνισμού/λογίων για την διαπαιδαγώγηση του υπόδουλου έθνους είχε αποτελέσματα. Σε όλη την περίοδο ιδρύθηκαν βραχύβια ελληνικά σχολεία στη Ρώμη/Βενετία Το σημαντικότερο «Φλαγγινιανό Ελληνομουσείο» ιδρύθηκε από τον Θωμά Φλαγγίνη στη Βενετία και λειτούργησε μέχρι την πτώση της Γαληνοτάτης το 1797. Οι σπουδαστές αυτού του σχολείου εξέδωδαν στο 1708 τη ανθολογία τα Άνθη Ευλαβείας
Στην Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα από τα μέσα ή τέλη 16ου ιδιαίτερο ρόλο για την διατήρηση του Εθνικού/θρησκευτικού φρονήματος παίζει η Εκκλησία. Η πνευματική δράση που ασκεί χαρακτηρίζεται ώς «θρησκευτικός ουμανισμός»
Εξαιρετικά δραστήριος ο πατριάρχης Κωνσαντινούπολης Ιερεμίας Β΄ καθώς και άλλοι όπως ο Μάξιμος Μαργούνιος κρητικός κληρικός που έδρασε στη Βενετία, Μελέτιος Πηγάς έδρασε σε Κρήτη/Κων/λη έγινε πατριάρχης Αλεξανδρείας και ο Κύριλλος Λούκαρης που τον διαδέχτηκε στον πατριαρχικό θρόνο, αργότερα έγινε πατριάρχης Κων/λης. Οι φωτισμένοι κληρικοί έγραψαν κατά βάση θεολογικό έργο και ανέπτυξαν έντονη εκπαιδευτική δραστηριότητα. Σημαντικός ο Θεόφιλος Κορυδαλλέας ο οποίος ασχολήθηκε κυρίως με τον υπομνηματισμό των έργων του Αριστοτέλη.
Το ενδιαφέρον συγκέντρωνε η γλωσσική ερμηνεία των αρχαίων κειμένων. Ταυτόχρονα και κυρίως μετά τις προσπάθειες του Νικόλαου Σοφιανού άρχισε να καλλιεργείται συστηματικά η δημώδης γλώσσα στην πεζογραφία που προοριζόταν για την διδαχή και τέρψη του λαού. Τέτοια πεζά:
«Χρονογραφία του Ψευδοδωρόθεου»
«Βίοι αγίων» του Μάξιμου Μαργούνιου
Τα δημώδη θρησκευτικά έργα του Ιωάννη Μορεζίνου, Αγαπίου Λάνδου, Νεοφύτου Ροδινού κ.ά. Το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας δεν σηματοδοτεί το τέλος της δημώδους λογοτεχνίας/γραμματείας που καλλιεργούνταν από τον 11ο κ.ε. στα εδάφη της υστερομεσαιωνικού Βυζαντίου-της Ανατολικής Ρωμανίας. Η επιβίωσή της συνεχίζεται στα φραγκοκρατούμενα εδάφη Κύπρος ως το 1489 Πελοπόννησος, Πριγκιπάτο Αχαϊας ως το 1460, Δωδεκάνησα Κράτος των Ιωαννιτών Ιπποτών Ρόδος έως το 1522 και στα Βενετοκρατούμενα Κορώνη ως το 1500, Κρήτη ως το 1669. Αλλά και τον Τουρκοκρατούμεντο ελληνισμό και στην νεοελληνική Διασπορά (Ιταλία, Γαλλία, Αυστρία κ.α) Η σημασία της μεγάλη γιατί αποτελεί την πρόδρομη μορφή της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Τα ποιητικά είδη του Ύστερου Μεσαίωνα διατηρούν την ζωτικότητά τους σε όλη την μακρά «μεταβυζαντινή» περίοδο Οι κλάδοι της πεζογραφικής παραγωγής (πρωτότυπης/μεταφραστικηής) παραμένουν ακμαίοι ως την πρώτη νεοελληνική περίοδο. Τα λογοτεχνικά/παραλογοτεχνικά (θρησκευτικά/ιστοριογραφικά) δημώδη έργα εξακολουθούν να διαβάζονται χάρη στις λαϊκές εκδόσεις της Βενετίας. Επίσης μεταφράζονται στις Βαλκανικές γλώσσες (ρουμανική/βουλγαρική). Ασκουν επίδραση στη ανάπτυξη των εθνικών τους λογοτεχνιών
Κύρια χαρακτηριστικά της δημώδους λογοτεχνίας της περιόδου 1453-1669:
1. Τα έργα είναι ποιητικά στην πλειονότητά τους. Γραμμένα στον παραδοσιακό «πολιτικό» στίχο, τον ιαμβικό 15σύλλαβο.
Νέες στιχουργικές μορφές στη δημώδη γλώσσα πχ. Το πετραρχικό σονέτο
Στα τέλη του 14ου εισάγεται στην ποίηση η ομοιοκαταληξία
Η θεατρική παραγωγή σημειώνει μεγάλη ανάπτυξη στα δυτικοκρατούμενα εδάφη μετά το 1580
Από τον 16ο εμφανίζονται τα πρώτα δημώδη αφηγηματικά έργα σε πεζό λόγο.
2. Τα κείμενα δεν είναι δημοτικά, αλλά έργα προσωπικών δημιουργών. Ωστόσο τα περισσότερα παραδόθηκαν ανώνυμα. Για πρώτη φορά συναντούμε επώνυμη προσωπική δημιουργία στην Κρήτη μετά το 1370
3. Το μεγαλύτερο μέρος των κειμένων έχει παραδοθεί σε χειρόγραφα διαφόρων εποχών. Η χειρόγραφη παράδοση υφίσταται φθορές εξαιτίας της αντιγραφικής παραγωγής. Καθώς δεν υπάρχει το «copyright» οι αντιγραφείς λειτουργούν ως διασκευταστές, επεμβαίνοντας στα κείμενα, επιφέρουν αλλαγές μικρές/μεγάλες στις διάφορες «παραλλαγές» του κειμένου.
Δεν μπορούμε έτσι να αποκαταστήσουμε το αρχικό κείμενο = το αυτόγραφο ή το αρχέτυπό του.
Η παράδοση των παραλλαγών μπορεί να εκτείνεται πολύ μέσα στο χρόνο πχ το Μυθιστόρημα του Μ. Αλέξανδρου. Το γεγονός δυσχεραίνει την ακριβή χρονολόγηση. Από τις αρχές 16ου λογοτεχνικά έργα σε δημώδη γλώσσα (πεζά-ποιητικά) που είχαν ήδη πλούσια χειρόγραφη παράδοση, κυκλοφορούν σε έντυπες εκδόσεις και γίνονται λαΪκά βιβλία (= φυλλάδες). Τα έμμετρα διασκευάζονται σε ομοιοκατάληκτη μορφή για να τυπωθούν.
4. Στα κείμενα της περιόδου συνεχίζεται ο «διάλογος με τη Δυτική Ευρώπη, συνέπεια της πολιτισμικής επαφής που συντελέστηκε με την Δ Σταυροφορία και κορυφώθηκε προς το τέλος της βενετικής περιόδου της Κρητικής ιστορίας. Οι πνευματικές/πολιτισμικές ανταλλαγές ανάμεσα σε Κρήτη/Βενετία υπήρξαν γόνιμες κατά την περίοδο της Κρητικής Αναγέννησης.
5. Τα λογοτεχνικά είδη που καλλιεργούνται:
Αφηγηματική ποίηση (ιστορική, μυθολογική, σατιρική, αλληγορική, «κάθοδοι στον Αδη» «αντίλογοι/contrasti» κτλ.)
Λυρική ποίηση ( παραινετική, ηθικοδιδακτική, σατιρική, ερωτική κτλ)
Έμμετρα και πεζά χρονικά
Ιστοριογραφία
Ερωτική και περιπετειώδης μυθιστορία
Ποιμενικό ειδύλλιο
Τραγωδία/κωμωδία και ποιμενικό δράμα, θρησκευτικά δράμα (θεατρικό με θρησκευτική υπόθεση)
«Ιντερμέδιο» = σύντομο θεατρικό κείμενο, αυτοτελές ή σε συνέχειες με κωμικό ή ιλαροτραγικό περιεχόμενο, σπάνια τραγικό που παρεμβάλλεται στην παράσταση ενός άλλου θεατρικού έργου
Πεζογραφία (ιστοριογραφική/χρον[ικ]ογραφική, ηθικοδιδακτικη, θρησκευτική/θεολογική/αγιολογική/σατιρική/παρωδική, μυθιστορική/πλασματική κ.ά.)
Αναγκαίο να συνεξετάζεται η ελληνόγλωσση λογοτεχνία/γραμματεία με την ευρωπαϊκή
Αναγέννηση : Στην ευρύτερη ευρωπαϊκή ιστορία η περίοδος από τις αρχές του 14ου ώς τα μέσα 16ου αποτελεί την αυγή των Νεότερων Χρόνων. Χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση φαινομένων πολιτισμικής αναγέννησης στη Δύση, την εξάπλωση των ιδεών του Ουμανισμού (μελέτη κλασικής παιδείας) και τις αρχές του θρησκευτικού κινήματος της Μεταρρύθμισης που επηρεάζουν την ιστορία της λογοτεχνίας. «Μπαρόκ»: Το καλλιτεχνικό/πολιτισμικό και ιδεολογικό ρεύμα που διαδέχεται την Αναγέννηση. Εμφανίζεται στα τέλη του 16ου κυριαρχεί τον 17ο ώς τις αρχές του 18ου. Σε αντίθεση με την αισιοδοξία/την πίστη στον άνθρωπο που διακατείχε τον κόσμο της Αναγέννησης, το ρεύμα του «Μπαρόκ» διαπνέεται από μια αίσθηση/αντίληψη ζωής απαισιόδοξη. Η αντίληψη αυτή αποτυπώνεται σε τέχνη/λογοτεχνία «Μανιερισμός» : είναι όρος σχετικός με τον «Μπαρόκ», δηλώνει στη στενή του έννοια την τέχνη της περιόδου μετά την Αναγέννηση και πριν το «καθαυτό» Μπαρόκ. Από μια ευρύτερη άποψη σηματοδοτεί όλες τις τάσεις που είναι αντίθετες στον Κλασικισμό. Τον 17ο εξαπλώνεται το θρησκευτικό κίνημα της Αντιμεταρρύθμισης που αποτελεί την αντίδραση των Ρωμαιοκαθολικών στη Μεταρρύθμιση των Προστεσταντών.
