Από τις απαρχές της η ελληνική γλώσσα δεν υπήρξε ενιαία αλλά διασπασμένη σε επιμέρους διαλέκτους που είτε χρησιμοποιούνταν στις διάφορες γλωσσικο-γεωγραφικές επικράτειες (ιωνική, αττική, δωρική, αιολική) είτε ταυτίστηκαν νωρίς με ένα λογοτεχνικό είδος (η ιωνική με το έπος και την ιστοριογραφία, η αττική με την τραγωδία και τη ρητορική, η δωρική με τη χορική ποίηση, η αιολική με τη λυρική μονωδία). Ωστόσο, οι πολιτικές συνθήκες που επικράτησαν μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου και μέχρι την «ενοποίηση» ενός μεγάλου μέρους του ελλαδικού χώρου υπό τον Φίλιππο σε συνδυασμό με την πολιτισμική υπεροχή της Αθήνας, οδήγησαν στην καθιέρωση της αττικής ως κυρίαρχης διαλέκτου ήδη από τον 4ο αι. π.Χ.
Προσωπικό ιστολόγιο με θέματα από τις σπουδές στο πρόγραμμα σπουδών Ελληνικός Πολιτισμός του Ε.Α.Π.
Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Translate
Κυριακή 12 Ιουλίου 2026
Η γλώσσα της ελληνιστικής εποχής
Από τις απαρχές της η ελληνική γλώσσα δεν υπήρξε ενιαία αλλά διασπασμένη σε επιμέρους διαλέκτους που είτε χρησιμοποιούνταν στις διάφορες γλωσσικο-γεωγραφικές επικράτειες (ιωνική, αττική, δωρική, αιολική) είτε ταυτίστηκαν νωρίς με ένα λογοτεχνικό είδος (η ιωνική με το έπος και την ιστοριογραφία, η αττική με την τραγωδία και τη ρητορική, η δωρική με τη χορική ποίηση, η αιολική με τη λυρική μονωδία). Ωστόσο, οι πολιτικές συνθήκες που επικράτησαν μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου και μέχρι την «ενοποίηση» ενός μεγάλου μέρους του ελλαδικού χώρου υπό τον Φίλιππο σε συνδυασμό με την πολιτισμική υπεροχή της Αθήνας, οδήγησαν στην καθιέρωση της αττικής ως κυρίαρχης διαλέκτου ήδη από τον 4ο αι. π.Χ.
Κυριακή 20 Ιουνίου 2021
Συζητήσεις για τη διαμόρφωση εθνικής γλώσσας στους κόλπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού
Επίκεντρο της θεωρίας της πολιτισμικής ανασυγκρότησης που επεξεργάστηκε ήταν το πρόβλημα της γλώσσας, το οποίο έγινε η κυριότερη φιλολογική του ενασχόληση. Η έμφαση αυτή πήγαζε τόσο από την πρακτική σημασία της γλώσσας ως οργάνου παιδείας, όσο και από τη θεωρητική σημασία που απέδιδαν στη γλώσσα η γνωσιολογία του Διαφωτισμού και η θεωρία της Ιδεολογίας. Και σε αυτόν τον τομέα ο Κοραής κατόρθωσε να επεξεργαστεί μια ακέραια σύνθεση, η οποία έδωσε τη δυνατότητα στις φιλοσοφικές αρχές της σκέψης του να συνδεθούν με τα πρακτικά προβλήματα που απασχολούσαν το έθνος του. Η αναμόρφωση της γλώσσας αποτελούσε οργανικό τμήμα της γενικότερης προσπάθειας πολιτισμικής αναγέννησης του έθνους. Η αρχαϊκή γλώσσα της συμβατικής παιδείας καθώς και η τεχνητή αττικίζουσα, που πρότεινε ο πατριάρχης του ελληνικού Διαφωτισμού Ευγένιος Βούλγαρης, δυσχεραίνοντας αντί να διευκολύνουν την πρόσβαση στη γνώση, επιτύγχαναν μόνο να στερούν τα φώτα από την πλειοψηφία των δυνητικών Ελλήνων σπουδαστών και να καθηλώνουν την πρόοδο της παιδείας. Κατά συνέπεια η γλώσσα της παιδείας έπρεπε να απλουστευθεί για να γίνει προσιτή σε όλους εκείνους που μητρική τους γλώσσα ήταν η νέα ελληνική. Ταυτόχρονα έπρεπε να γίνει μέσω της εκπαίδευσης και της λογοτεχνίας μια σοβαρή προσπάθεια, για να αποκαθαρθεί η ομιλούμενη γλώσσα από τους χυδαϊσμούς, τους σολοικισμούς και τις ξένες προσμίξεις, έτσι ώστε να γίνει φανερή η γλωσσική συνέχεια μεταξύ της αρχαίας και της νέας ελληνικής. Η αποκατάσταση της γλωσσικής καθαρότητας της νέας ελληνικής θα έδινε τη δυνατότητα σ' αυτούς που τη μιλούσαν να προσεγγίσουν τα αρχαία κείμενα με πολύ μεγαλύτερη φυσικότητα και να τα διαβάσουν με μεγαλύτερη ευκολία, ως οργανικό τμήμα της πνευματικής τους παρακαταθήκης. Έτσι η αναμόρφωση της γλώσσας, όχι μόνο δεν αποτελούσε ζήτημα εξωτερικών σχημάτων και γραμματικών τύπων, αλλά άγγιζε την ίδια την ουσία του προβλήματος της ηθικής αγωγής ως προϋπόθεσης της εθνικής αναγέννησης.
Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2020
Η Γραμμική γραφή Β'
Πολύ πριν την επινόηση του αλφαβήτου, το οποίο βασίζεται σε σημιτικό πρότυπο, η ελληνική γλώσσα γραφόταν με μια γραφή συλλαβική, στην οποία κάθε σύμβολο αντιπροσωπεύει μια προφερόμενη συλλαβή. Aυτό το σύστημα βασίστηκε σε μια παλιότερη γραφή, γνωστή ως γραμμική A, που τη χρησιμοποιούσαν στη μινωική Kρήτη για την απόδοση κάποιας άλλης γλώσσας. H νεότερη μορφή της, που είναι γνωστή ως γραμμική B, ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά στην Kνωσό της Kρήτης το 1900 από τον Arthur Evans και σήμερα γνωρίζουμε ότι χρησιμοποιούνταν κατά τον 13ο αιώνα π.X. στα μυκηναϊκά ανάκτορα της Πύλου, των Mυκηνών, της Tίρυνθας και των Θηβών, καθώς επίσης και στα Xανιά της Kρήτης. Ήταν ήδη από καιρό γνωστό ότι μια κάπως παρόμοια γραφή βρισκόταν σε χρήση στην Kύπρο μεταξύ 11ου και 3ου αιώνα π.X. για τη γραπτή απόδοση της τοπικής ελληνικής διαλέκτου. H γραμμική B αποκρυπτογραφήθηκε το 1952 από τον άγγλο αρχιτέκτονα Michael Ventris και αποδείχθηκε ότι αποδίδει μια αρχαϊκή μορφή της ελληνικής.
H γραφή αυτή αποτελείται από ενενήντα περίπου συλλαβογράμματα και συμπληρώνεται από ένα απλό αριθμητικό σύστημα και εκατό περίπου σύμβολα αγαθών, που χρησιμοποιούνται μαζί με αριθμητικά για να δηλώνουν τί είναι αυτό που μετράται. Συχνά είναι εικονιστικά και το νόημά τους είναι προφανές. Mερικά συλλαβογράμματα χρησιμοποιούνται πολύ σπάνια και η σημασία τους δεν έχει ακόμη καθοριστεί με βεβαιότητα. Tα συνηθέστερα έχουν ταυτιστεί με βεβαιότητα, αλλά πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η γνώση μας για την αρχαϊκή αυτή μορφή της γλώσσας είναι πολύ ατελής· για αυτό και αμφισβητείται ακόμη η ακριβής φωνητική αξία μερικών συμβόλων. Eπειδή οι φθόγγοι που χρησιμοποιούνται αυτή την περίοδο διαφέρουν από τους φθόγγους της αλφαβητικής περιόδου, είναι αδύνατο να τους αποδώσουμε επακριβώς με το ελληνικό αλφάβητο. Σήμερα επικρατεί διεθνώς η σύμβαση να μεταγράφονται τα σύμβολα με λατινικούς χαρακτήρες. H ίδια αρχή χρησιμοποιείται κατά κανόνα και για τους φωνητικούς τύπους που ανασυγκροτούνται με βάση τα σύμβολα. Tα σύμβολα του γραφικού συστήματος, στην απλή μεταγραφή τους, χωρίζονται με παύλες (π.χ. ti-ri-po-de), ενώ οι τύποι που αποκαθίστανται μπαίνουν ανάμεσα σε δύο πλάγιες καθέτους (π.χ. /tripode/). O αντίστοιχος τύπος της αλφαβητικής ελληνικής δίνεται με το ελληνικό αλφάβητο (π.χ. τρίποδε, δυϊκός του τρίπους). Tο σύμβολο » σημαίνει ότι ο αντίστοιχος κλασικός τύπος δεν αποτελεί ακριβή συνέχεια του μυκηναϊκού.
Κυριακή 24 Μαΐου 2020
Το γλωσσικό ζήτημα και η γενιά του 1880
Το Γλωσσικό Ζήτημα, ήταν το καίριο ζήτημα για την ελληνική κοινωνία της περιόδου. Από το 1880 και νωρίτερα, πληθαίνουν οι φωνές υποστήριξης της δημοτικής στη λογοτεχνία. Ο Ψυχάρης, με το έργο «Το ταξίδι μου», προωθεί ως υπέρτατη αξία την καθιέρωση της καθημερινής γλώσσας των απλών ανθρώπων για κάθε είδους επικοινωνία, γραπτή και προφορική. Κατακεραυνώνει τους δασκάλους και τον λογιοτατισμό.
Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2018
Ποιος φοβάται τα λατινικά;
Οι γλώσσες αντανακλούν τον πνευματικό και υλικό πολιτισμό των ομιλητών τους. Οι καλές τέχνες, η λογοτεχνία, η φιλοσοφία, η επιστήμη και η τεχνολογία, καθώς εξελίσσονται και διερευνούν νέους χώρους (ή ξαναεπισκέπτονται τους παλιούς), δημιουργούν νέες λεξιλογικές και εκφραστικές ανάγκες: οι καινούργιες ή αναθεωρημένες έννοιες, ο διαφορετικός τρόπος ερμηνείας του κόσμου και της ανθρώπινης περιπέτειας μέσα στον κόσμο, οι νέες τεχνολογικές μέθοδοι και τα προϊόντα τους ζητούν επειγόντως τη γλωσσική τους επένδυση.


