Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Οι αρχές της πεζογραφίας

 


Στα αρχαϊκά χρόνια κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα πλήθος μύθοι (ή αἶνοι), φανταστικές, σύντομες και διδακτικές ιστορίες με ζώα (καμιά φορά και με ανθρώπους, θεούς, φυτά, ή και άψυχα αντικείμενα). Η παράδοση τους αποδίδει στον Αίσωπο, θρυλικό πρόσωπο που υποτίθεται ότι έζησε τον 6ο π.Χ. αιώνα. Σύμφωνα με τον Βίο του, ο Αίσωπος ήταν δούλος από τη Φρυγία, στοιχείο που συμφωνεί με την ανατολική, όπως πιστεύουμε, προέλευση των μύθων.

Κυριακή 1 Μαΐου 2022

Γενιά του 1920


 Ύστερα από την «αστική» επανάσταση που έφερε στο προσκήνιο τον Ελευθέριο Βενιζέλο, μέσα σε μια φορτισμένη ατμόσφαιρα από τον πολιτικό διχασμό, προσαρτώνται τα Ιωάννινα, η Θεσσαλονίκη, η Χίος, η Σάμος, η Μυτιλήνη, η Κρήτη. Στην κατάληψη εδαφών στη Μικρά Ασία, που έχει συμφωνηθεί ανάμεσα στους Συμμάχους και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, εναντιώνονται οι επαναστάτες του Κεμάλ που αναλαμβάνουν πολεμική δράση κατά των ελληνικών δυνάμεων της κατοχής. Είναι η Καταστροφή του ’22. Το 1923 ο Βενιζέλος συνάπτει με τον Κεμάλ συμφωνία για την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών. Στην ήδη δοκιμασμένη Ελλάδα καταφθάνουν τα κύματα των προσφύγων. 

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2022

Ρομαντισμός

 


…η πρώτη δυσκολία που αντιμετωπίζουμε είναι ο ίδιος ο διφορούμενος χαρακτήρας του ρομαντικού φαινομένου. Ασύλληπτο, αντιφατικό και ευμετάβλητο, αυτό το νεφέλωμα μοιάζει να μην αποδέχεται κανένα ορισμό, κανένα σαφή χαρακτηρισμό. Χωρίς να θέλουμε να κλείσουμε τη συζήτηση και ξεκινώντας με μια υπόθεση εργασίας, νομίζουμε ότι ένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του ρομαντισμού ως κοινωνικο-πολιτικού ρεύματος (αδιαχώριστο άλλωστε από τις πολιτιστικές και λογοτεχνικές του εκδηλώσεις) είναι ή νοσταλγία των προκαπιταλιστικών κοινωνιών μαζί με μια ηθικο-κοινωνική ή πολιτιστική κριτική του καπιταλισμού. 

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022

Υπερρεαλισμός στην λογοτεχνία

 


Γεννήθηκε το 1924 στη Γαλλία ως «καθολική επανάσταση, κοινωνική και ατομική. Για την κοινωνική απελευθέρωση οι σουρεαλιστές στηρίχτηκαν στον Μάρξ, ενώ για την ατομική στον Φρόυντ και την ψυχανάλυση» (Vitti). Σύμφωνα με το υπερρεαλιστικό μανιφέστο του Αντρέ Μπρετόν: Σουρεαλισμός είναι η έκφραση της πραγματικής λειτουργίας της σκέψης, η απουσία κάθε ελέγχου από τη λογική και τις προκαταλήψεις. Η «υπερ-πραγματικότητα» ή η «ανώτερη πραγματικότητα» αποτελεί φιλοδοξία διεύρυνση των ορίων της κοινής πραγματικότητας και αποκατάστασης του βάθους της. 

Κυριακή 5 Ιουλίου 2020

Ο νατουραλισμός στην λογοτεχνία

Παρόλο που οι λέξεις ρεαλισμός και νατουραλισμός χρησιμοποιούνται ελεύθερα, ακόμη και απερίσκεπτα, δεν υπάρχει ομοφωνία ως προς το νόημά τους. Για πολλούς έχουν καταντήσει απλώς βολικοί χαρακτηρισμοί […]

Κυριακή 28 Ιουνίου 2020

Το ελεύθερο πνεύμα του Γ. Θεοτοκά

Ο ρόλος που ο Γιώργος Θεοτοκάς (1906-1966) θα αναλάμβανε ανάμεσα στους συνομηλίκους του προαναγγέλλεται το 1929, με τη δημοσίευση ενός φυλλαδίου που είχε γράψει στο Παρίσι, με τίτλο Ελεύθερο πνεύμα. Το αγέρωχο ύφος, η αυτοπεποίθηση, η βεβαιότητα με την οποία διατυπώνει τους στίχους του συνέτειναν ώστε το δοκίμιο αυτό να φαντάζει αργότερα σαν ένα μανιφέστο. Ο νεαρός που πέρασε δύο χρόνια στη Γαλλία μετά τις σπουδές νομικών στην Αθήνα, επισκοπεί την τρέχουσα κατάσταση και την αποτιμά. Απορρίπτει τον δογματισμό του Βάρναλη και του Φώτου Πολίτη («μαρξιστές και εθνικιστές μικραίνουν τα ζητήματα»), καταδικάζει την ηθογραφία, τη φτηνή ψυχολογία, δυσπιστεί απέναντι στον Καβάφη («Ο κύριος Καβάφης είναι ένα τέλος κ’ η πρωτοπορία είναι αρχή»), καταδικάζει την εύκολη τέχνη και όχι μόνο· υποστηρίζει ότι επείγει να είσαι αληθινά νέος, ρωμαλέος, τολμηρός, ν’ αγαπάς την ταχύτητα (με αυτοκίνητο, με αεροπλάνο)· και πάνω απ’ όλα να είσαι διαθέσιμος: το πνεύμα πρέπει να είναι ελεύθερο κάθε στιγμή, αδέσμευτο, αντιδογματικό, αποφασισμένο οποτεδήποτε να προβεί στις σωστές επιλογές.(1)



[…] Πραγματικά, χρονολογημένο τον Ιούλιο του 1929, λίγα χρόνια μετά τη μικρασιατική καταστροφή, το Ελεύθερο Πνεύμα έχει κάθε λόγο να εκλαμβάνεται ως μαχητική διακήρυξη που έχει στόχο α) να καταγγείλει την πνευματική και ιδεολογική καχεξία της δεκαετίας του 1920 και β) να υποδείξει την ανάγκη μιας αφύπνισης ή ανόρθωσης ως πρώτιστο έργο της νέας ελληνικής γενιάς. Μανιφέστο, λοιπόν, και αγωνιστικό προσκλητήριο, που αναφέρεται σε δύο κατηγορίες προσώπων: αφενός στους ενόχους της παρακμής και αφετέρου στους εγγυητές της προόδου.

Αλλά αναρωτιέμαι: γιατί άραγε, ενώ καταγγέλλεται λ.χ. ο Καβάφης ως «επίδραση αρνητική», αποσιωπάται εντελώς ο Καρυωτάκης και ο αρχόμενος τότε «καρυωτακισμός»; Τυχαία παράλειψη; Δεν το πιστεύω. Απεναντίας φρονώ ότι, άτομο καλής αγωγής, ο Θεοτοκάς αποφεύγει συνειδητά να αναφέρει τον αυτόχειρα ποιητή, έναν χρόνο μετά το θάνατό του. Πράγμα που δεν σημαίνει διόλου ότι αγνοεί ή παραβλέπει την αρνητική του επίδραση. Γι’ αυτό νομίζω ότι, έστω και αόρατο, το φάντασμα του Καρυωτάκη πλανιέται επίμονα πάνω από τις σελίδες του Ελεύθερου πνεύματος (οι αναγνώστες του 1929 το αντιλαμβάνονταν ίσως καλύτερα), υποβάλλοντας κατά κάποιον τρόπο την παρουσία του με τη σιωπή του.

Δεύτερη περίπτωση. […] Αν το Ελεύθερο Πνεύμα αναφέρεται επαινετικά σε ορισμένους παλαιότερους πεζογράφους (τους «κριτικούς συγγραφείς» Ροΐδη και Ψυχάρη, τον Κ. Θεοτόκη ή τον Ίωνα Δραγούμη), παραλείπει εντελώς τους κατεξοχήν διηγηματογράφους: ούτε ο Βιζυηνός ούτε ο Παπαδιαμάντης ούτε ο Καρκαβίτσας έχουν θέση στις σελίδες του. Άλλωστε και ο απορριπτικός υπαινιγμός στα «ήθη της ταβέρνας και του πορνείου» υπονοεί διηγηματογράφους: τον Δημοσθένη Βουτυρά και τον Πέτρο Πικρό. Έτσι θεωρώ ότι, χαρακτηρίζοντας την ελληνική πεζογραφία στο σύνολό της ως «μυωπική» και αναιμική ηθογραφία, ο Θεοτοκάς εκφράζει πριν από όλα την αντίθεσή του προς το ελληνικό διήγημα. Αλλού στρέφονται οι συμπάθειες (και οι προσδοκίες του). Λίγα χρόνια αργότερα, με το άρθρο του «Η νέα λογοτεχνία» (περιοδικό Ιδέα, 1934), θα είναι σαφέστερος: το μυθιστόρημα, το «κατ’ εξοχήν λογοτεχνικό είδος του αιώνα μας», και το δοκίμιο, επίσης «είδος που μπορεί να χωρέσει τα πάντα», κατέχουν την πρώτη θέση στις προτιμήσεις του, ενώ, καθώς προβλέπει, το διήγημα «θα χάσει τα πρωτεία», θα γίνει «ένας πλανήτης του μυθιστορήματος και θα γυρίζει γύρω απ’ αυτό το κεντρικό πεζογραφικό είδος».

Επιστρέφοντας ωστόσο στο Ελεύθερο Πνεύμα σημειώνω ακόμη ένα ενδεχόμενο «κενό»: ο Θεοτοκάς δεν επικαλείται διόλου ως «σύμμαχό» του, όπως θα περίμενε κανείς, το πρόσωπο, το ποιητικό έργο ή την επίκαιρη δελφική προσπάθεια του Σικελιανού. Τι ακριβώς συμβαίνει εδώ; […] Ρεαλιστής και λογοκρατούμενος, χωρίς ιδεοληψίες, εξάρσεις και μεγάλες ή εντυπωσιακές χειρονομίες, [ο Θεοτοκάς] εμπνέεται λιγότερο από την αρχαιότητα και περισσότερο από τις πολιτισμικές και πολιτικοκοινωνικές συνθήκες του παρόντος. […] (2).



[…] Ως συγκροτημένος πνευματικός άνθρωπος ο Θεοτοκάς προσδιοριζόταν, σε εξαιρετικό βαθμό, από δυο γενικά πλέγματα ιδεών τα οποία αφορούσαν την παράδοση και το παρόν. Στην περίπτωσή του παράδοση σήμαινε Ελληνισμός (ιδεώδη της κλασικής Αρχαίας Ελλάδας), Χριστιανισμός (Ορθοδοξία, βυζαντινή κληρονομιά) και λαϊκές μορφές πολιτισμού (δημοτικά τραγούδια, λαϊκές παραδόσεις, Μακρυγιάννης). Ενώ το παρόν είχε κατεξοχήν την έννοια της ευρωπαϊκής εξέλιξης από την περίοδο του Διαφωτισμού κι εδώθε. Μια εξέλιξη στην οποία προείχαν το ορθολογιστικό πνεύμα του Διαφωτισμού, οι ιδέες του Διαφωτισμού, οι ιδέες της γαλλικής επανάστασης και οι πνευματικές κατακτήσεις της Ευρώπης κατά τον 19ο αιώνα. Μια τέτοια εκδοχή της παράδοσης και του παρόντος, σε γόνιμο διάλογο μεταξύ τους, θα έπρεπε να είναι κατά το Θεοτοκά το απαραίτητο βάθρο για τον εκσυγχρονισμό της ελλαδικής κοινωνίας. […] Σχετικά εξάλλου με τις πνευματικές και ειδικότερα τις λογοτεχνικές αναζητήσεις της Ευρώπης ήταν ουσιαστικά προσηλωμένος στο 19ο αιώνα. Τις αντίστοιχες κατακτήσεις της πρώτης 30-ετίας του εικοστού αιώνα φαίνεται πως δεν τις αφομοίωσε, μολονότι είχε πάρει από νωρίς ευρωπαϊκή παιδεία και ταξίδεψε νέος στο Παρίσι και στο Λονδίνο. […]

Από τα είδη του λόγου που καλλιέργησε ευνοήθηκε ιδιαίτερα, λόγω ιδιοσυγκρασίας, η δοκιμιογραφία του. Εκεί ο συγγραφέας κατάφερε να διαμορφώσει ένα ευλύγιστο, εναργές και απλό γράψιμο, με όργανο μια εκπληκτικά στρωτή δημοτική, που είναι, καθώς πιστεύω, από τα κορυφαία επιτεύγματα της νεοελληνικής δοκιμιογραφίας. Μολαταύτα φαίνεται πως ο Θεοτοκάς έβλεπε τον εαυτό του πάνω απ’ όλα πεζογράφο με σαφή προτίμηση στο μυθιστόρημα. […] Πρόκειται για το αστικό μυθιστόρημα εποχής, που βασίζεται στη θεματική διάρθρωση του υλικού, στη δημιουργία χαρακτήρων και στην αιτιατή πλοκή. Από την άποψη αυτή η πεζογραφία του Θεοτοκά προϋποθέτει το έργο του Σταντάλ, του Μπαλζάκ, του Φλομπέρ, του Τολστόι κλπ. Δεν προϋποθέτει όμως τις κατακτήσεις του είδους κατά τα πρώτα 30 χρόνια του 20ού αιώνα. Δεν προϋποθέτει λ.χ. τον Προυστ, τον Τζόις, τη Γουλφ, τον Κάφκα, τον Μούζιλ. […] (3).

Πηγές:
  1. Mario Vitti, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 2003, 404-405.
  2. Παν. Μουλλάς, «Οι σιωπές του Ελεύθερου Πνεύματος», περ. Νέα Εστία, 158 (2005) 974-975.
  3. Γιώργος Αράγης, «Γιώργος Θεοτοκάς. Παρουσίαση-Ανθολόγηση». Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939), τ. Δ΄, Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 1992, 11-12.

Κυριακή 31 Μαΐου 2020

Η πεζογραφία της περιόδου 1830- 1880

Σε ό,τι αφορά τη γλώσσα, σήμερα είμαστε σε καλύτερη θέση να αμφισβητήσουμε τη βεβαιότητα ότι η γλώσσα της πεζογραφίας αυτής της περιόδου ήταν καθ’ ολοκληρίαν τεχνητή, εντελώς διαφορετική από την ομιλουμένη της εποχής της, και να διαπιστώσουμε ότι ήταν σε σημαντικό βαθμό ζωντανή και ποικιλόμορφη. Η προσεκτικότερη εξέταση των έργων δείχνει ότι η γλώσσα αυτή αντικατοπτρίζει ένα φάσμα μορφικών τύπων, ο συνολικός χαρακτηρισμός των οποίων με τον όρο καθαρεύουσα είναι περιοριστικός. Για την ακρίβεια, ο όρος (με τη σημερινή έννοια) φαίνεται να καλύπτει ένα μόνο μέρος της παλαιάς πεζογραφικής μας γλώσσας, αυτό που απομακρύνεται από την ομιλουμένη της εποχής τόσο, όσο απομακρύνεται από τη σημερινή καθομιλουμένη εκείνο που σήμερα ονομάζουμε καθαρεύουσα. Το μέρος αυτό είναι τα κείμενα τα γραμμένα σε αρχαΐζουσα. Για ν’ αναφέρω ένα ενδεικτικό στοιχείο: το 1842 ο Γρηγόριος Παλαιολόγος, απαντώντας στις επικρίσεις των αρχαϊστών ότι η γλώσσα του μυθιστορήματός του Ο Πολυπαθής (την οποία σήμερα θα χαρακτηρίζαμε καθαρεύουσα) είναι «κοινή» και αγοραία, γράφει: «Είναι, νομίζω, η καθομιλουμένη σήμερον». Και διευκρινίζει ότι χρησιμοποιεί αυτή τη γλώσσα επειδή είναι φυσική.

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019

Το μυθιστόρημα στους αυτοκρατορικούς χρόνους


Την αυτοκρατορική περίοδο η ελληνική παιδεία λειτούργησε ως ενοποιητικό στοιχείο για το ανατολικό μέρος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Κάτοχοι της ελληνικής παιδείας και του ελληνικού πολιτισμού ήταν οι ανώτερες κοινωνικές τάξεις που κατείχαν και τα δημόσια αξιώματα. Χαρακτηριστική τάση της περιόδου είναι η στροφή προς την πνευματική δημιουργία των κλασικών χρόνων (κλασικισμός)[1]. Μέσω του κλασικισμού διασώθηκε η παράδοση του ελληνικού πολιτισμού χωρίς ωστόσο να αποφύγει τις αρνητικές συνέπειες όπως την έλλειψη πρωτοτυπίας[2].

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2019

Οι συνθήκες ανάπτυξης του Ελληνιστικού Έπους και τα Αργοναυτικά του Απολλώνιου Ρόδιου

Η ελληνιστική εποχή (330- 30 π.Χ.)[1] χαρακτηρίζεται από την οριστική παρακμή της πόλης- κράτους. Με την διεύρυνση των ορίων του ελληνικού κόσμου υιοθετήθηκε ένας συγκεντρωτικός τρόπος άσκησης της εξουσίας που βαθμιαία οδήγησε στην εγκατάλειψη των παλαιών πρακτικών[2]. Ένα άλλο χαρακτηριστικό της περιόδου είναι η αναίρεση του διαχωρισμού Ελλήνων- Βαρβάρων, καθώς ένα σημαντικό μέρος του ελληνικού πληθυσμού κατοικούσε σε πόλεις της Ανατολής. Ο ντόπιος πληθυσμός υιοθέτησε στοιχεία από τον ελληνικό πολιτισμό, κυρίως την γλώσσα, που αυτή την περίοδο διεθνοποιείται[3]. Η μίξη ελληνικών και ανατολικών στοιχείων είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία ενός πολιτισμού με μεικτά χαρακτηριστικά. Στον τομέα της θρησκείας παρατηρείται ένας συγκρητισμός και η τάση θεοποίησης των ηγεμόνων. Βασικό χαρακτηριστικό του ελληνιστικού πολιτισμού ήταν η τάση του για εκκοσμίκευση. Αυτή την περίοδο αλλάζει ριζικά ο τρόπος σκέψης των Ελλήνων. Τους διανοητές της εποχής αρχίζουν να τους απασχολούν ζητήματα σχετικά με την διοίκηση και τον έλεγχο των ετερόκλητων πληθυσμών που κατοικούσαν στα ελληνιστικά βασίλεια[4]. Ο ελληνιστικός πολιτισμός αποτελούσε μια ανοιχτή κοινωνία που κυριαρχούσε ο κοσμοπολιτισμός. Μέσα σε αυτό το κοσμοπολίτικο περιβάλλον αναδύθηκε ο ατομικισμός που χαρακτηρίζει τα ιδεολογικά ρεύματα της εποχής. Επόμενο ήταν να αμφισβητηθούν και οι λογοτεχνικές συμβάσεις. Το παραδοσιακό έπος δεν υμνεί πλέον θεούς και ήρωες αλλά σύγχρονους ηγεμόνες[5] . Η λογοτεχνική παραγωγή της περιόδου ταυτίστηκε με την ελληνιστική ποίηση. Οι επιφανέστεροι ποιητές της περιόδου ήταν ο Καλλίμαχος, ο Απολλώνιος Ρόδιος[6] και ο Θεόκριτος. 


Η λογιοσύνη, η διακειμενικότητα και ο ελιτισμός που παρατηρείται στα κείμενα της περιόδου, τα καθιστούσαν δυσπρόσιτα στο ευρύ κοινό. Ίσως η συγγραφή τους να αποτελούσε δείγμα αυθεντίας στην φιλολογική επιστήμη και γι’ αυτό το λόγο απευθύνονταν κυρίως σε συναδέλφους τους[7]. Το μόνο σωζόμενο ποιητικό έργο της ελληνιστικής περιόδου είναι τα Αργοναυτικά του Απολλώνιου Ρόδιου. Το έπος έχει μικρό μέγεθος, λόγια μορφή και ελιτίστικη επεξεργασία[8], δείγμα μιας σαφούς επιρροής από το έργο του Καλλίμαχου. Όπως ο Καλλίμαχος στα Αίτια διακήρυξε την υπεροχή του μικρού ποιήματος έναντι του εκτενούς έπους[9], έτσι και ο Απολλώνιος αποκήρυξε την συνεχιζόμενη διήγηση δίνοντας έμφαση στο τμηματικό γεγονός[10]. Το έπος Αργοναυτικά αντλεί την θεματική του από τον αργοναυτικό μυθολογικό κύκλο. Οι πηγές του πρέπει να αναζητηθούν σε παλαιότερα κείμενα (Αργοναυτικά Ορφέως), που βρέθηκαν στην κατοχή του λόγω της ιδιότητας του ως διευθυντή στο Μουσείου της Αλεξάνδρειας[11]. Χαρακτηριστικό στοιχείο της ποίησής του είναι η διακειμενικότητα, καθώς αντλεί υλικό από τα ομηρικά έπη (Ιλιάδα, Οδύσσεια), τον 4ο Πυθιόνικο του Πίνδαρου, από την Ιστορία του Ηρόδοτου και από την τραγωδία Μήδεια του Ευριπίδη[12]. Αν και το έργο του έχει εμφανή σημάδια επιρροής από το παραδοσιακό έπος, δεν αποτελεί μίμηση. Ο Απολλώνιος εφαρμόζει τις αρχές της αντίθεσης μέσω της μίμησης και του ανταγωνισμού με την παράδοση, προκειμένου να δημιουργήσει κάτι καινούργιο[13]. Η βασική διαφορά της ποίησης του Απολλώνιου από την προγενέστερη ομηρική, είναι ότι αποτελεί προϊόν γραφής. Η ποίησή του δεν υμνεί την δόξα και την τιμή των θεών και των προγόνων αλλά την ατομικότητα και τον συναισθηματισμό[14].



[1] https://repository.kallipos.gr/pdfviewer/web/viewer.html?file=/bitstream/11419/1576/1/00_master_document.pdf, ημερομηνία τελευταίας επίσκεψης, 19/02/2019.
[2] Μανακίδου, ο.π. σ. 37.
[3] Lesky, A., Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, μτφρ., Α., Γ., Τσοπανάκη, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 2015, σ. 949.
[4] Lesky, ο.π. σ. 971.
[5] Μανακίδου, ο.π. σ. 38.
[6] https://repository.kallipos.gr/pdfviewer/web/viewer.html?file=/bitstream/11419/1576/1/00_master_document.pdf, ημερομηνία τελευταίας επίσκεψης, 19/02/2019.
[7] Μανακίδου, ο.π. σ.38.
[8] Μανακίδου, ο.π. σ.39.



[9] http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/history/grammatologia/page_058.html?prev=true ημερομηνία τελευταίας επίσκεψης, 26/02/2019.
[10] Πλάντζος, Δ., Ελληνική Τέχνη και Αρχαιολογία 1200- 30 π.Χ., εκδ. Καπόν, Αθήνα, 2016, σ. 229.
[11] Πλάντζος, ο.π. σ. 230.
[12] Πλάντζος, ο.π. σ. 231.
[13] Μανακίδου, Φ., «Αφηγηματικό έπος και επύλλιον», Συλλογικό, Γράμματα Ι: Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία», τομ. Β΄ ΕΑΠ, Πάτρα, 2001, σ. 35.
[14] http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/history/grammatologia/page_063.html ημερομηνία τελευταίας επίσκεψης, 26/02/2019.

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019

Ηθογραφία στην ελληνική λογοτεχνία

ΗΘΟΓΡΑΦΙΑ: η αναπαράσταση με αληθοφανή τρόπο των ηθών, των εθίμων, της συμπεριφοράς, της ιδεολογίας και εν γένει του συλλογικού τρόπου ζωής μιας ορισμένης (αστικής ή αγροτικής) κοινωνίας. Η ηθογραφική μυθοπλασία έλκεται από το σύνολο του κοινωνικού σώματος, αναζητά μέσους όρους και ζωγραφίζει αντιπροσωπευτικούς χαρακτήρες. Καθώς διακριτικό γνώρισμα της ηθογραφίας είναι και ο «συγχρονικός» (παροντικός) χαρακτήρας της αφήγησης, ο αφηγηματικός λόγος βασίζεται κατά κανόνα στην άμεση εποπτεία και στην προσωπική μαρτυρία ή ανακαλεί στο παρόν προηγούμενες εμπειρίες. Στη νεοελληνική πεζογραφία του 19ου αιώνα εκδηλώνονται από το 1840 περίπου και εξής ποικίλες ηθογραφικές εκδοχές, οι οποίες παρά τις μεταξύ τους διαφορές συστήνουν μια ενιαία και πολυσύνθετη αφηγηματική περιοχή, καθώς εμφανίζουν πολλά κοινά θεματικά γνωρίσματα και αφηγηματικές τεχνικές όπως:

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2018

Παρνασσισμός

[…] Ωριμασμένη στις ανησυχίες και τις ταλαντεύσεις της προηγούμενης δεκαετίας, η νέα γενιά εισάγει κάτι θετικό και καινούριο. Η στάση της είναι πρώτα πρώτα σαφώς αντιρομαντική· κατηγορεί το στόμφο, το ρητορισμό και τον ψευτοηρωισμό του τελευταίου ρομαντισμού, και επιζητεί την απλότητα στην έκφραση, καθώς και το οικείο, ακόμη και το καθημερινό, στο θέμα, φέρνοντας έτσι μια καινούρια τάξη, ένα καινούριο μέτρο απέναντι στο χωρίς έλεγχο συναίσθημα των ρομαντικών. Στη στάση της αυτή οδηγό είχε τα νέα ποιητικά ρεύματα στη δυτική Ευρώπη, κυρίως τους γάλλους Παρνασσιακούς — και από αυτούς περισσότερο τους ελάσσονες, τον Sully Prudhomme ή τον François Coppée. Από τους ίδιους δασκάλους προερχόταν και το δίδαγμα για την επιμέλεια της μορφής του στίχου, κάτι που το είχαν παραμελήσει οι ρομαντικοί. Ιδιαίτεροι ρυθμικοί και μελωδικοί συνδυασμοί, στροφικά συμπλέγματα έντεχνα δουλεμένα, ακόμη και το σονέτο ξαναγύριζε έτσι στις συνήθειες της ποιητικής πράξης. Και τελευταίο, αλλά και το πιο σημαντικό: μαζί με το ρομαντισμό αποκήρυτταν οι νέοι ποιητές και την καθαρεύουσα· μαζί με την οικειότητα του θέματος κυριαρχούσε και η δημοτική στην ποίηση· η καθαρεύουσα δεν ήταν πια ανεκτή.

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2018

Παλαιά Αθηναϊκή Σχολή

Δυο γενιές Φαναριωτών ποιητών, μεταφυτευμένες από την Κωνσταντινούπολη και τις παραδουνάβειες ηγεμονίες στο Ναύπλιο πρώτα, στην Αθήνα ύστερα, προσδιορίζουν τη μετεπαναστατική μας λογοτεχνία με τρόπο αποφασιστικό. Πρόκειται σχεδόν για υπόθεση οικογενειακή: ο Ιακωβάκης Ρίζος Νερουλός (1778-1850) είναι εξάδελφος του Ιάκωβου Ρίζου Ραγκαβή (1779-1855), ο γιος του τελευταίου αυτού Αλέξανδρος έχει την ίδια συγγένεια με τους αδελφούς Αλέξανδρο (1803-1863) και Παναγιώτη Σούτσο (1806-1868). […]

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2018

Η δημώδης Βυζαντινή λογοτεχνία

Η βυζαντινή δημώδης λογοτεχνία περιλαμβάνει τα έργα της βυζαντινής λογοτεχνίας που δεν είναι γραμμένα σε λόγια γλώσσα. Ωστόσο, παρόλα τα λαϊκότροπα στοιχεία της γλώσσας, που εντοπίζονται στη σύνταξη, στη μορφολογία και στο λεξιλόγιο, το μεγαλύτερο μέρος της βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας αποτελεί δημιούργημα λόγιων συγγραφέων και όχι των λαϊκών στρωμάτων.
Το μεγαλύτερο μέρος των έργων έχει παραδοθεί ανώνυμα, ο συγγραφέας τους δηλαδή είναι άγνωστος. Η χρονολόγηση πολλών έργων είναι αβέβαιη ή δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Στο πρόβλημα χρονολόγησής τους συντείνει και η ρευστότητα της μορφής τους. Πολλά έργα παραδίδονται από διαφορετικά χειρόγραφα και έχουν τόσο σημαντικές διαφορές, ώστε η ανασυγκρότηση ενός κοινού αρχετύπου να είναι τις περισσότερες φορές αδύνατη.

Τρίτη 11 Ιουλίου 2017

Η γενιά του '30

           
   Γενιά του 1930, ονομάστηκε η γενιά των Ελλήνων λογοτεχνών και καλλιτεχνών που γεννημένοι στις αρχές του 20ου αιώνα, βρέθηκαν τη δεκαετία του 1930 στο αποκορύφωμα της δημιουργικής πορείας τους. Κοινά χαρακτηριστικά στη θεματολογία και στους τρόπους έκφρασης συνδέουν τους καλλιτέχνες μεταξύ τους, αλλά και με την κοινωνία και την ιστορία της εποχής. Η γενιά αυτή έδωσε τα περισσότερα σημαντικά νεοελληνικά έργα. Αποκορύφωμα της δημιουργικής πορείας της, ήταν τα δύο Νόμπελ Λογοτεχνίας που χάρισε στην Ελλάδα.