Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Ιουλίου 2025

Ηρωολατρεία

 


Κάθε τόπος  διαμόρφωνε τη δική του μυθική γενεαλογία. Στην κορυφή του γενεαλογικού δέντρου -ή πολύ κοντά στην κορυφή- βρίσκεται κάποιος θεός, συνήθως ο Δίας, ο οποίος εμπλέκεται σε μια ιστορία έρωτα με θνητή γυναίκα, με οδυνηρές συνέπειες για την ίδια, είτε γιατί ο πατέρας της δεν πιστεύει ότι υπαίτιος της εγκυμοσύνης είναι ένας θεός, είτε γιατί φοβάται ότι ο εγγονός θα του πάρει την εξουσία ή θα τον σκοτώσει. Από την ένωση αυτή συνήθως προκύπτει ένας γιος, ο οποίος πολλές φορές φυγαδεύεται από τη μητέρα, προκειμένου να σώσει το παιδί, ή φεύγει και η ίδια μαζί του ή τη διώχνει ο πατέρας της. Το παιδί μεγαλώνει μακριά, συνήθως στην ύπαιθρο και συνήθως από άνθρωπο που ανήκει στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. 

Κυριακή 21 Μαΐου 2023

Περικλής το πρότυπο του Δημοκρατικού ηγέτη


Περικλής (495-429 π.Χ.), γιος του Ξανθίππου του νικητή των Περσών στη Μυκάλη
(479 π.Χ.), από τον δήμο Χολαργό (Β∆ της Αθήνας, περιοχές: Σεπόλια, Περιστέρι).
Ευπατρίδης και από τους δυο γονείς (ο πατέρας του καταγόταν από επιφανέστατο
ιερατικό γένος), ενώ η μητέρα του ήταν ανιψιά του Κλεισθένη. Είχε μακρύ κεφάλι, γι’
αυτό οι καλλιτέχνες τον απεικόνιζαν να φορά κράνος.

Όπως μαρτυρεί ο Πλούταρχος
(Περ. 7) οι γέροντες του 5ου αι. π.Χ. εκπλήσσονταν, διότι η μορφή και η φωνή του
Περικλή τους θύμιζε πάρα πολύ τον τύραννο Πεισίστρατο (προ 600 - 527 π.Χ.). Αν και
αριστοκρατικής καταγωγής προσχώρησε στη δημοκρατική παράταξη. Από το 443 - 430
π.Χ. κατείχε στην Αθήνα θέση (θα λέγαμε) σχεδόν ‘μοναρχική’. Οι Αθηναίοι τον
εξέλεγαν στρατηγό συνεχώς για 15 περίπου χρόνια. Επομένως, ισχύει πέρα για πέρα το
σχόλιο του Θουκυδίδη ότι τον καιρό του Περικλή το πολίτευμα ήταν στα λόγια
δημοκρατία, ενώ στην πράξη κυβερνούσε ο πρώτος άνδρας (2.65.9 εγίγνετό τε λόγωι μεν
δημοκρατία, έργωι δε υπό του πρώτου ανδρός αρχή).

Η εξωτερική πολιτική του ήταν κατακτητική, αποικιακή, συγκεντρωτική και
αντιλακωνική. Ενίσχυσε την αθηναϊκή ναυτική δύναμη, συμπλήρωσε την οχύρωση της
πόλης, αύξησε τις εισφορές των συμμάχων. Η μεταφορά του συμμαχικού ταμείου από τη
∆ήλο στην Αθήνα σήμαινε την εξέλιξη της αθηναϊκής συμμαχίας σε ηγεμονία. Με τα χρήματα αυτά κτίσθηκαν τα περίλαμπρα οικοδομήματα της Ακρόπολης. Όπως προκύπτει
από τον Επιτάφιο λόγο του για τους νεκρούς του πρώτου έτους του πολέμου, φιλοδοξία
του ήταν να καταστεί η Αθήνα αυτάρκης σε όλα, δηλαδή, να μην της λείπει τίποτα ούτε σε
πόλεμο ούτε σε ειρήνη· το πολιτειακό της σύστημα (ισονομία, ίσες ευκαιρίες σε
πλούσιους και φτωχούς) να αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση· οι Αθηναίοι να
απολαμβάνουν εισαγόμενα αγαθά από όλο τον κόσμο· η πόλη να είναι ανοιχτή σε δικούς
και ξένους, διότι δεν φοβάται τίποτα· τα δημόσια κτίσματα να δείχνουν ότι η πόλη αγαπά
το ωραίο με απλότητα και όχι με χλιδή· τέλος, η συσσώρευση μορφωμένων ανθρώπων
(σοφιστών, ρητόρων) να την εμφανίζει σχολείο της Ελλάδας. Με δύο λόγια ήθελε η πόλη
του να είναι πρώτη σε όλα: στο πολίτευμα, στην οικονομία, στη στρατιωτική δύναμη,
στην ομορφιά και στην παιδεία.

Όμως, η αύξηση της αθηναϊκής δύναμης και το ανταγωνιστικό κλίμα μεταξύ των
πόλεων που αυτή καλλιεργούσε, οδήγησαν στον πόλεμο. Πρώτος έπαθε τη μεγαλύτερη
καταστροφή ο ίδιος ο Περικλής. Οι Αθηναίοι της υπαίθρου χώρας που είχαν κλεισθεί
μέσα στα τείχη και έβλεπαν έξω τα χωράφια και τις περιουσίες τους να λεηλατούνται
από τους εχθρούς, να αποδεκατίζονται μέσα στην πόλη από τον λοιμό, οργίσθηκαν
εναντίον του, του αφαίρεσαν τη στρατηγία και του επέβαλαν βαρύτατο πρόστιμο. Οι
πολιτικοί του αντίπαλοι, επειδή δεν τολμούσαν να πλήξουν απευθείας τον ίδιο, τον
απογύμνωναν από τους ανθρώπους του στενού του περιβάλλοντος. Κατηγορούν τον
δάσκαλο και φίλο του Αναξαγόρα για αθεΐα (430 π.Χ.), ο οποίος υποχρεώνεται να
εγκαταλείψει την πόλη. Κατηγορούν τη δεύτερη γυναίκα του, την Ασπασία, για ασέβεια
και μαστροπεία (433/2 π.Χ.). Με κόπο πέτυχε ο Περικλής την αθώωσή της· έφτασε μέχρι
του σημείου να ικετεύσει κλαίγοντας τους δικαστές (Πλούταρχος, Περ. 32). Εξαιτίας του
λοιμού έχασε και τους δυο γιους που απέκτησε από την πρώτη του γυναίκα. Από την ίδια
αιτία πέθανε και ο ίδιος. Ευτυχώς, δεν έζησε να δει τους Αθηναίους να θανατώνουν και
τον τελευταίο του γιο, τον μοναδικό που απέκτησε με την Ασπασία. Ήταν ένας από τους
στρατηγούς που νίκησαν μεν στις Αργινούσες (406 π.Χ.), αλλά καταδικάσθηκαν σε
θάνατο, διότι δεν διέσωσαν τους ναυαγούς και δεν περισυνέλεξαν τα πτώματα για ταφή·
μόνο που σε εκείνη τη ναυμαχία επικρατούσε σφοδρή κακοκαιρία.

Από την περιγραφή του Θουκυδίδη ο άξιος δημοκρατικός
ηγέτης πρέπει να διαθέτει τα εξής προσόντα: να είναι αδωροδόκητος, μετριοπαθής,
προνοητικός, να οδηγεί σωστά τον λαό (όχι να τον κολακεύει ούτε να παρασύρεται απ’
αυτόν)· πάνω απ’ όλα να έχει όραμα για τον τόπο, δηλαδή να επιδιώκει ν’ αφήσει πίσω του
έργο όχι πρόσκαιρο και εφήμερο, αλλά με μακρά διάρκεια. Ο Περικλής είχε θέσει
υψηλούς στόχους. Όπως λέει στον Επιτάφιο (Θουκ. 2.42) ήθελε το έργο του να το
θαυμάζουν όχι μόνο οι σύγχρονοί του, αλλά και οι κατοπινές γενιές.


Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2022

Η έλευση των Ρωμαίων


Την εποχή που οι Ρωμαίοι μάχονταν εναντίον των Καρχηδονίων, τα ελληνιστικά βασίλεια βρέθηκαν και πάλι σε πόλεμο μεταξύ τους. Το 260 ο βασιλιάς της Αιγύπτου Πτολεμαίος Β' Φιλάδελφος κλήθηκε να αντιμετωπίσει ταυτοχρόνως τον βασιλιά της Μακεδονίας Αντίγονο Γονατά και τον βασιλιά της Συρίας Αντίοχο Β' (261-246), που είχε μόλις διαδεχθεί τον πατέρα του Αντίοχο Α'. Η αναμέτρηση με τη Μακεδονία είχε για διακύβευμα τον έλεγχο του Αιγαίου, και με τη Συρία τον έλεγχο της Κοίλης Συρίας. Οι αναμετρήσεις έληξαν με απώλειες για τον Πτολεμαίο, που προχώρησε σε ξεχωριστές συμφωνίες το 255 με τον Αντίγονο και το 253 με τον Αντίοχο. Η συμφωνία για τη λήξη του λεγόμενου Β' Συριακού Πολέμου προέβλεπε τον γάμο του Αντίοχου με την κόρη του Πτολεμαίου Β', τη Βερενίκη. 


Το 246, ωστόσο, ο Αντίοχος Β' πέθανε και τον διαδέχθηκε ο γιος του Σέλευκος Β' (246-225), τον οποίο είχε αποκτήσει με την πρώτη του σύζυγο, τη Λαοδίκη. Η Βερενίκη κατέφυγε στον αδελφό της Πτολεμαίο Γ' Ευεργέτη (246-221), που είχε και αυτός διαδεχθεί τον πατέρα του, και έτσι ξέσπασε ο λεγόμενος Γ' Συριακός ή Λαοδίκειος Πόλεμος. Στη συμφωνία που επήλθε το 241 ο Πτολεμαίος αναγνώρισε τον Σέλευκο ως βασιλιά της Συρίας, αλλά διεύρυνε τα όρια του δικού του βασιλείου. Κυριαρχούσε στο ανατολικό Αιγαίο, είχε πάλι τον έλεγχο της Κυρήνης και διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τους Αχαιούς, τη Σπάρτη και τη Ρόδο.



Ο Αντίγονος Γονατάς είχε κερδίσει το βασίλειο της Μακεδονίας εκδιώκοντας τους Γαλάτες αλλά, σε αντίθεση με τον πατέρα του, αξιοποίησε περισσότερο τη διπλωματία παρά στρατηγικές αρετές. Με τη σταθερότητα και την επιμονή του αντιμετώπισε επιτυχώς τον Πύρρο και αμέσως μετά τον Πτολεμαίο Β', χωρίς να διακινδυνεύσει τη θέση του. Κυριαρχούσε επιπλέον σε πλήθος ελληνικές πόλεις. Για να τις διοικήσει διατηρούσε φρουρές σε λίγες επιλεγμένες θέσεις, ενώ σε πολλές πόλεις επέβαλε τυράννους που υπηρετούσαν τα συμφέροντά του. Έξω από την εξουσία του παρέμεναν ωστόσο οι Αιτωλοί και οι Αχαιοί, που επέμεναν να ακολουθούν ανεξάρτητη πολιτική.

Οι Αιτωλοί και οι Αχαιοί αισθάνονταν ότι αποτελούσαν διακριτά ἔθνη, το καθένα με κοινή καταγωγή και κοινά συμφέροντα. Οι Αιτωλοί άρχισαν να οργανώνονται αποτελεσματικά από τον 4ο αιώνα και οι Αχαιοί από τον 3ο, συγκροτώντας ομοσπονδιακές οργανώσεις, που ήταν γνωστές ως κοινά ή συμπολιτεῖαι. Αυτές επέτρεπαν στις πόλεις που τις αποτελούσαν να δρουν αποτελεσματικά, χωρίς να υποτάσσονται η μία στην άλλη. Στις συνελεύσεις, όπου λαμβάνονταν οι σημαντικές αποφάσεις και επιλέγονταν οι στρατηγοί, συμμετείχαν ισότιμα όλες οι πόλεις κάθε έθνους. Στους ταραγμένους καιρούς τόσο οι Αιτωλοί όσο και οι Αχαιοί γίνονταν συχνά αποδέκτες αιτημάτων από διάφορες πόλεις για στρατιωτική συνδρομή. Κατάφεραν μάλιστα να εντάξουν στις ομοσπονδιακές τους οργανώσεις και πόλεις που δεν ανήκαν στα έθνη τους.

Ήδη, με τον θάνατο του Αλεξάνδρου, οι Αιτωλοί είχαν δείξει αποφασισμένοι να αποτινάξουν τη μακεδονική κυριαρχία και έφεραν σε πολύ δύσκολη θέση τον Αντίπατρο. Ιδιαιτέρως ισχυροί αναδείχθηκαν όταν αντιμετώπισαν με επιτυχία τους Γαλάτες και έσωσαν τους Δελφούς από τους επιδρομείς. Στη μεγαλύτερή τους ακμή οι Αιτωλοί είχαν εξαπλωθεί σε ολόκληρη την κεντρική Ελλάδα. Εξέλεγαν κάθε χρόνο άρχοντες, από τους οποίους ένας ήταν στρατηγός, και διέθεταν ομοσπονδιακή βουλή και συνέλευση.

Οι Αχαιοί έκαναν ένα νέο ξεκίνημα την εποχή που ο Πύρρος μεταφερόταν στην Ιταλία. Το κοινό τους πολίτευμα παρείχε σε όλους ισότητα (ἰσηγορίαν) και ελευθερία λόγου (παρρησίαν). Όπως οι Αιτωλοί, διέθεταν και αυτοί ετήσιους άρχοντες, οι οποίοι στην αρχή εκλέγονταν με τη σειρά από διαφορετική κάθε φορά πόλη· είχαν επίσης αντιπροσωπευτικές συνελεύσεις. Όταν αναδείχθηκε ως ηγετική φυσιογνωμία της ομοσπονδίας τους ο Άρατος, άρχισαν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στα ελληνικά πράγματα. Από τότε, όπως σημειώνει ο Πλούταρχος, αυτοί που όλοι μαζί δεν είχαν τη δύναμη ούτε μιας αξιόλογης πόλης και που δεν διεκδικούσαν κανένα μερίδιο στην παλαιά ακμή των Ελλήνων, έγιναν ακαταμάχητοι, διατήρησαν την ελευθερία τους ανάμεσα σε ισχυρές πόλεις, ενώ απελευθέρωσαν επιπλέον πολλούς από τους άλλους Έλληνες. Κοινός στόχος ήταν η απομάκρυνση των Μακεδόνων από την Πελοπόννησο, η εκδίωξη των τυράννων και η εξασφάλιση της κοινής και πατροπαράδοτης ελευθερίας για όλους. Όσοι θέλησαν να αφηγηθούν τα γεγονότα διέθεταν, πέρα από άλλες πηγές, τα απομνημονεύματα (ὑπομνήματα) του ίδιου του Άρατου.

Το 251 ο Άρατος, σε ηλικία είκοσι ετών, απελευθέρωσε την πόλη του Σικυώνα από την τυραννία και, μολονότι την κατοικούσαν Δωριείς, την ενέταξε στο ἔθνος των Αχαιών. Το 243 κατέλαβε τον Ακροκόρινθο και προσάρτησε την Κόρινθο. Το πλήγμα που επέφερε στους Μακεδόνες ήταν ισχυρότατο, διότι με τη φρουρά που διατηρούσαν εκεί ασκούσαν έλεγχο σε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Σύντομα προσάρτησε τα Μέγαρα και στη συνέχεια την Τροιζήνα και την Επίδαυρο. Οι προσπάθειές του να απελευθερώσει τους Αθηναίους από τη μακεδονική φρουρά και να τους προσελκύσει απέβησαν άκαρπες. Κατάφερε ωστόσο να εντάξει στο κοινό των Αχαιών τη Μεγαλόπολη, τον Ορχομενό, το Άργος και πολλές άλλες πόλεις.

Ο Άρατος δεν ήταν αποτελεσματικός στις στρατιωτικές αναμετρήσεις, αλλά διακρίθηκε για τη διπλωματία και την αποφασιστικότητά του. Πολλές σημαντικές υποθέσεις τις χειρίστηκε με μεγάλη μυστικότητα, εκμεταλλευόμενος τις συγκυρίες και τους συσχετισμούς της εποχής. Συνεργάστηκε με τον βασιλιά της Αιγύπτου (τον οποίο επισκέφθηκε και από τον οποίο εξασφάλισε χρήματα), πολέμησε εναντίον των Αιτωλών, αλλά και συμμάχησε μαζί τους εναντίον των Μακεδόνων. Αναγνωρίζοντας τις ξεχωριστές του ικανότητες, οι Αχαιοί τον εξέλεξαν πολλές φορές στρατηγό, παραβιάζοντας τη γενική αρχή της εναλλαγής. Κύριος αντίπαλός του ήταν οι Μακεδόνες και οι τύραννοι που είχαν επιβάλει στην Πελοπόννησο. Στη μεγαλύτερή της ακμή η Συμπολιτεία του εξαπλώθηκε σε όλη σχεδόν την Πελοπόννησο. Μόνη υπολογίσιμη δύναμη στην περιοχή που παρέμενε ανεξάρτητη ήταν η Σπάρτη.



Η Σπάρτη είχε ακολουθήσει επίσης σταθερά αντιμακεδονική πολιτική. Παρά τις επανειλημμένες της ήττες διατηρούσε πείσμα αντίστοιχο της ιστορίας της. Ο ισχυρός βασιλιάς Άρευς Α' προσέδωσε μάλιστα ιδιαίτερη αίγλη στο βασιλικό αξίωμα. Σύμφωνα με μια παράδοση, απέστειλε επιστολή προς τον αρχιερέα των Ιουδαίων, στην οποία ισχυριζόταν ότι οι Λακεδαιμόνιοι και οι Ιουδαίοι ήταν συγγενείς. Εάν η παράδοση αυτή έχει δόση αλήθειας, τότε προφανώς παρακολουθούσε προσεκτικά τις διεθνείς εξελίξεις, αναζητώντας συμμάχους. Κάποια στιγμή πολέμησε στην Κρήτη, επέστρεψε εγκαίρως για να σώσει την πόλη του από την εισβολή του Πύρρου και σκοτώθηκε μαχόμενος εναντίον του Αντίγονου Γονατά. Αλλά στο εσωτερικό της Σπάρτης, μετά την απώλεια της Μεσσηνίας έναν αιώνα νωρίτερα, σοβούσε ήδη μια σοβαρότατη κοινωνική κρίση. Κύριο χαρακτηριστικό της ήταν η ὀλιγανθρωπία, δηλαδή η συρρίκνωση του αριθμού των πολιτών, για την οποία είχε κάνει λόγο ήδη ο Αριστοτέλης.

Το χρυσάφι και το ασήμι (κάποτε απαγορευμένα μέταλλα στη Σπάρτη) κυκλοφορούσαν πλέον σε αφθονία, επιτρέποντας σε έναν μικρό αριθμό πολιτών να αποκτήσει το μέγιστο μέρος της καλλιεργήσιμης γης. Σημαντικές εκτάσεις βρίσκονταν άλλωστε στην ιδιοκτησία γυναικών. Πλήθος Σπαρτιάτες απέμεναν έτσι άκληροι και έχαναν τα πολιτικά τους δικαιώματα. Από 8.000 που ήταν την εποχή των Περσικών Πολέμων είχαν περιοριστεί σε μόλις 700 άνδρες. Και αυτοί ενδιαφέρονταν περισσότερο για πολυτέλειες και τρυφή και λιγότερο για πολεμικά έργα. Την εποχή που βασίλευε ο Άρευς κατέρρευσε και το σύστημα της ἀγωγῆς, στο οποίο βασιζόταν η πολεμική αρετή των πολιτών. Την πόλη είχε σώσει από το χείλος της καταστροφής σε διάφορες ευκαιρίες μόνο η αυτοθυσία των κατοίκων της, περιλαμβανομένων των αμάχων και των γυναικών.

Την κοινωνική κρίση της Σπάρτης προσπάθησε να ελέγξει ο βασιλιάς Άγις Δ' (245-241). Για τον σκοπό αυτό προώθησε ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις με σύνθημα την επάνοδο στο πάτριο πολίτευμα του Λυκούργου και με στόχο τη διεύρυνση του σώματος των πολιτών, ώστε να φτάσει τους 4.500 άνδρες. Μια από τις πρώτες του ενέργειες ήταν να εξορίσει τον συμβασιλέα Λεωνίδα Β' (254-235) και να αντικαταστήσει τους εφόρους που αντιδρούσαν στα σχέδιά του. Παρέγραψε τα χρέη των Σπαρτιατών που είχαν συσσωρευτεί και υποσχέθηκε αναδιανομή της γης.

Ο Άγις έφερε τους Σπαρτιάτες πλησιέστερα στους Αχαιούς και δέχτηκε να πολεμήσει μαζί τους στον Ισθμό της Κορίνθου εναντίον των Αιτωλών, που απειλούσαν την Πελοπόννησο. Αλλά η συνεργασία αυτή δεν τελεσφόρησε. Ένας από τους λόγους ήταν η αντίδραση πολλών πλούσιων Ελλήνων που φοβούνταν ότι το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα μπορούσε να γίνει παράδειγμα για μίμηση. (Οι περισσότερες ελληνικές πόλεις υπέφεραν άλλωστε από παρόμοια κοινωνικά προβλήματα και μια σπίθα θα μπορούσε να ξεσηκώσει κοινωνικές εξεγέρσεις.) Όταν επέστρεψε στη Σπάρτη, ο Άγις βρήκε τους αντιπάλους του συσπειρωμένους με αρχηγό τον Λεωνίδα, ο οποίος είχε επιστρέψει στην πόλη. Συνελήφθη και εκτελέστηκε με συνοπτικές διαδικασίες. Η εκτέλεση αυτή θεωρήθηκε αργότερα ως η πλέον φοβερή και ανόσια πράξη που έγινε στη ιστορία της Σπάρτης. Ο Λεωνίδας, συνηθισμένος στις πολυτέλειες από την εποχή που ζούσε στην αυλή του Σέλευκου Α', ανέστειλε κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια.

Ο θάνατος του Αντίγονου Γονατά το 239 δημιούργησε μια νέα κατάσταση. Ο γιος του Δημήτριος Β' (239-229), που τον διαδέχθηκε, ήταν αποφασισμένος και ικανός να συνεχίσει την πολιτική του πατέρα του, αλλά τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν στα δυτικά και τα βόρεια σύνορά του περιόρισαν την αποτελεσματικότητά του. Στα χρόνια του οι Αχαιοί έφτασαν στη μεγαλύτερη ακμή τους. Ακόμη και οι Αιτωλοί δέχτηκαν να συνεργαστούν μαζί τους εναντίον των Μακεδόνων. Συνάντησαν ωστόσο ένα πολύ ισχυρό εμπόδιο, που στάθηκε φραγμός στα σχέδιά τους να ενώσουν όλη την Πελοπόννησο: την αναγεννημένη Σπάρτη.

Με τον θάνατο του Λεωνίδα, βασιλιάς στη Σπάρτη ανέλαβε ο γιος του Κλεομένης Γ' (235-222). Ο πατέρας του τον είχε υποχρεώσει να παντρευτεί τη σύζυγο του Άγη, η οποία φαίνεται ότι τον μύησε στο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που είχε αφήσει ανολοκλήρωτο ο πρώτος της σύζυγος. Μεταξύ αυτών που τον διαμόρφωσαν ήταν επίσης ένας στωικός φιλόσοφος, μαθητής του Ζήνωνα. (Η Σπάρτη δεν ήταν πλέον αμέτοχη σε φιλοσοφικές συζητήσεις.) Το πρώτο μέλημα του Κλεομένη ήταν να ισχυροποιήσει τη θέση της πόλης του στην Πελοπόννησο. Πετυχαίνοντας σημαντικές νίκες και κερδίζοντας με το μέρος του αρκετές άλλες πόλεις, αισθάνθηκε αρκετά ισχυρός για να αντιμετωπίσει τα εσωτερικά προβλήματα της πόλης του.

Μόλις βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία, ο Κλεομένης σκότωσε τους τέσσερις από τους πέντε εφόρους, κατήργησε το αξίωμά τους και εξόρισε από την πόλη όσους θεωρούσε επικίνδυνους εχθρούς του. Προχώρησε στον προσδοκώμενο από πολλούς αναδασμό της γης και απέδωσε δικαιώματα πολίτη σε ικανούς περίοικους. Ιδιαιτέρως καταπολέμησε τις ξενόφερτες απολαύσεις και πολυτέλειες. Αμέσως μετά αναμόρφωσε την πολεμική τεχνική των οπλιτών, εισάγοντας τη μακεδονική σάρισα και επαναφέροντας την πατροπαράδοτη ἀγωγήν. Διατήρησε τη διπλή βασιλεία, αλλά επέβαλε ως συμβασιλέα τον αδελφό του. Η Σπάρτη είχε πλέον δύο βασιλείς που κατάγονταν από το ίδιο γένος. Μέσα σε σύντομο διάστημα μπορούσε να κατατροπώνει σε πολεμικές αναμετρήσεις τους Αχαιούς. Ήταν σε θέση να καταλαμβάνει πόλεις όπως η Μεγαλόπολη ή ακόμη και το Άργος, που κανένας βασιλιάς της Σπάρτης δεν είχε κατορθώσει να εκπορθήσει - ούτε άλλωστε ο Πύρρος. Άρχισε έτσι σύντομα συνεννοήσεις με τους Αιτωλούς για κοινά στρατιωτικά σχέδια. Επιπλέον, κέρδισε την υποστήριξη της Αιγύπτου, στερώντας τους Αχαιούς από ένα σημαντικό στήριγμα.

Οι Αχαιοί βρέθηκαν σε πολύ δυσχερή θέση, χάνοντας τη μια κρίσιμη μάχη μετά την άλλη. Οι Σπαρτιάτες ήταν και πάλι μια πολύ ισχυρή δύναμη στην Πελοπόννησο και φιλοδοξούσαν να καταστούν ηγεμόνες της, όπως παλιά. Επιπλέον, πολλοί φτωχοί πολίτες σε διάφορες περιοχές επιθυμούσαν την αναδιανομή της γης και την παραγραφή των χρεών τους, προσβλέποντας στον Κλεομένη. Έχοντας ηττηθεί αρκετές φορές στα πεδία των μαχών, αρκετοί Αχαιοί ήταν πλέον έτοιμοι να αποδεχθούν την ηγεμονία των Σπαρτιατών. Με αυτά τα δεδομένα, ο Άρατος αποφάσισε να χαράξει νέα στρατηγική.

Πρώτη του σκέψη ήταν η συνεργασία των Αχαιών με τους Αθηναίους. Στο βασίλειο της Μακεδονίας ο Δημήτριος, ηττημένος από τους Δαρδανούς, πέθανε το 229. Στη θέση του ανήλικου γιου του Φιλίππου την εξουσία ανέλαβε ένας θείος του, ο Αντίγονος Δώσων (229-221), στην αρχή ως επίτροπος και στη συνέχεια ως βασιλιάς. Οι Αθηναίοι εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία και, εξαγοράζοντας με πλούσια αμοιβή τον Μακεδόνα τοποτηρητή, κατάφεραν να απαλλαγούν από τη φρουρά που τους είχε επιβληθεί από το τέλος του Χρεμωνιδείου πολέμου το 263. (Ο Πειραιάς είχε φρουρά από πολύ παλαιότερα.) Στην απελευθέρωση αυτή έπαιξε ρόλο και ο Άρατος, ο οποίος συνεισέφερε χρήματα και μεσολάβησε προσωπικώς, μολονότι εκείνη την εποχή ήταν υποχρεωμένος να μετακινείται με φορείο. Ο Αχαιός πολιτικός θεώρησε λοιπόν ότι η στιγμή ήταν κατάλληλη για να προσχωρήσει στη Συμπολιτεία και η Αθήνα. Οι Αθηναίοι ωστόσο επέλεξαν να ακολουθήσουν πολιτική αυστηρής ουδετερότητας. Καταπονημένοι από τις πολλές τους ήττες, δεν είχαν καμία διάθεση να υποδουλωθούν για μία ακόμη φορά. Απογοητευμένος ο Άρατος προχώρησε σε μια τολμηρότερη ενέργεια.

Για να αντιμετωπίσει τον Κλεομένη, ο Άρατος στράφηκε προς τους Μακεδόνες, τους οποίους είχε εκτοπίσει από την Πελοπόννησο με την πολιτική του και την προσωπική ανδρεία του. Έχοντας έρθει σε μυστική συνεννόηση με τον Αντίγονο, πέτυχε να εκλεγεί για μία ακόμη φορά στρατηγός των Αχαιών και να τους οδηγήσει σε συμμαχία με τους μεγάλους τους εχθρούς. Καθοριστική ενέργεια για την υλοποίηση της νέας στρατηγικής ήταν η παράδοση του Ακροκορίνθου, όπου επανήλθε η μακεδονική φρουρά.

Η μεταστροφή αυτή του Άρατου και των Αχαιών προκάλεσε ισχυρές αντιδράσεις. Αρκετοί θα ήταν εκείνοι που θεωρούσαν προδοτική την εθελοντική υποταγή στους Μακεδόνες. Περιγράφοντας τα αισθήματά τους, ο Πλούταρχος έγραφε ύστερα από τρεις περίπου αιώνες ότι, ακόμη και αν ο Κλεομένης ήταν παράνομος και τυραννικός, έπρεπε να γίνει αποδεκτός ως ηγεμόνας των Ελλήνων. Προτιμότερος θα ήταν για τη θέση αυτή ο αφανέστερος Σπαρτιάτης από ό,τι ο επιφανέστερος Μακεδόνας. Αλλά η πλειονότητα των Αχαιών αποδέχθηκε τη συμμαχία και πολέμησε κάτω από τις διαταγές του Αντίγονου σε έναν πόλεμο που ονομάστηκε Κλεομενικός, εφόσον κύριος αντίπαλος ήταν ο Κλεομένης. Η συνεργασία αυτή απέδωσε εντυπωσιακά αποτελέσματα.

Ο Αντίγονος επανήλθε στην Πελοπόννησο, οχύρωσε και πάλι τον Ακροκόρινθο και συμμετείχε στη σύνοδο των Αχαιών. Το 224 ήταν πλέον σε θέση να συγκροτήσει μια νέα συμμαχία που, εκτός από τους Αχαιούς, περιλάμβανε τους Ηπειρώτες, τους Φωκείς, τους Βοιωτούς, τους Ακαρνάνες, τους Λοκρούς, τους Ευβοείς και τους Θεσσαλούς. Επρόκειτο για μια από τις μεγαλύτερες ελληνικές συμμαχίες από την εποχή του Φιλίππου Β'. Οι Αιτωλοί αρνήθηκαν να προσχωρήσουν και οι Αθηναίοι επέμειναν στην ουδετερότητά τους. Αντιλαμβανόμενοι ωστόσο την απειλή, οι Αθηναίοι στράφηκαν προς τον Πτολεμαίο Γ'. Του απέδωσαν μάλιστα θεϊκές τιμές, όπως συνηθιζόταν πλέον σε τέτοιες περιπτώσεις. Ενώ διατήρησαν τις δύο πρόσθετες φυλές με τις οποίες είχαν κάποτε τιμήσει τον Αντίγονο τον Μονόφθαλμο και τον γιο του Δημήτριο Πολιορκητή, ίδρυσαν μια δέκατη τρίτη, την οποία ονόμασαν Πτολεμαΐδα, καθώς και έναν νέο δήμο, στο όνομα της βασίλισσας Βερενίκης. Ήδη, με όσα μέσα τούς απέμεναν, ενίσχυαν την οχύρωσή τους στο άστυ και τον Πειραιά.

Όταν ετοιμάστηκε ο Αντίγονος, βάδισε προσεκτικά εναντίον των Σπαρτιατών, εισβάλλοντας στη Λακωνία. Μαζί με τους συμμάχους του διέθετε 28.000 πεζούς, από τους οποίους οι 10.000 ήταν Μακεδόνες, και 1.200 ιππείς. Ο Κλεομένης οργάνωσε την άμυνα της πόλης του κινητοποιώντας 20.000 άνδρες, από τους οποίους οι 6.000 ήταν Σπαρτιάτες. Όπως ήταν φανερό, και οι δύο παρατάξεις καθοδηγούνταν από ευφυείς αρχηγούς με ηγετικά χαρίσματα. Στην αποφασιστική μάχη, που δόθηκε στη Σελλασία το 222, οι Μακεδόνες υπερίσχυσαν και κατατρόπωσαν τους Σπαρτιάτες. Υπολογίστηκε ότι από τον συνολικό στρατό του Κλεομένη επέζησαν μόλις 4.000 άνδρες, από τους οποίους μόνο 200 ήταν Σπαρτιάτες.

Οι Σπαρτιάτισσες και οι γέροντες δέχτηκαν την ήττα με αξιοπρέπεια και χωρίς υπερβολικούς θρήνους. Ο Κλεομένης προέτρεψε όσους επέζησαν να δεχτούν τον Αντίγονο και να διαφυλάξουν τους εαυτούς τους για τις καλύτερες μέρες που θα έρχονταν. Ο ίδιος αναχώρησε με την οικογένεια του για την Αίγυπτο, αφήνοντας την πόλη χωρίς βασιλιά. Για πρώτη φορά στην ιστορία της η Σπάρτη κυριεύτηκε από έναν εχθρικό στρατό. Όλες οι μεταρρυθμίσεις ακυρώθηκαν και αποκαταστάθηκε η προηγούμενη κοινωνική τάξη. Για τη διοίκηση της πόλης θεσπίστηκε και πάλι το αξίωμα των εφόρων. Η Σπάρτη υποχρεώθηκε να προσχωρήσει στην «ελληνική» συμμαχία που είχε ηγεμόνα τον Αντίγονο.

Λίγες μέρες μετά τη μάχη, ο Αντίγονος ειδοποιήθηκε ότι έπρεπε να επιστρέψει επειγόντως στη Μακεδονία για να αντιμετωπίσει Ιλλυριούς εισβολείς. Αν ο Κλεομένης είχε αντέξει περισσότερο, θα είχε γλιτώσει από την καταστροφή. Σύντομα άλλωστε ο Αντίγονος πέθανε, αφήνοντας τη βασιλεία στον νεαρό Φίλιππο Ε' (221-179), τον γιο του Δημητρίου Β'. Αλλά και ο Κλεομένης δεν επέζησε για πολύ. Ο Πτολεμαίος Γ' Ευεργέτης, ο οποίος τον φιλοξενούσε, πέθανε, και ο διάδοχός του Πτολεμαίος Δ' Φιλοπάτωρ (221-204) τον φυλάκισε. Όταν πληροφορήθηκε ότι οι Αχαιοί είχαν εμπλακεί σε πόλεμο με τους Αιτωλούς και ότι η Πελοπόννησος ήταν ανάστατη, προσπάθησε να ανατρέψει τον βασιλιά Πτολεμαίο. Απέτυχε ωστόσο οικτρά και αυτοκτόνησε. Είχε πεθάνει πρόσφατα και ο βασιλιάς της Συρίας Σέλευκος Γ' Σωτήρ, αφήνοντας διάδοχο τον αδελφό του Αντίοχο Γ'.
 
Πηγή: Δ. Ι. Κυρτάτα & Σπ. Ι. Ράγκου, Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος- Πολιτική- Πολιτισμός

Κυριακή 15 Μαρτίου 2020

Οργανισμός της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος


Οργανισμός της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος ονομάζεται η οργάνωση που δημιουργήθηκε στο Μεσολόγγι, στις 9 Νοεμβρίου 1821 από την Συνέλευση της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος , σαν ένα προσωρινό καθεστώς διοίκησης της Δυτικής Ελλάδας που είχε επαναστατήσει λίγους μήνες πριν, το Μάρτιο του 1821 και λειτούργησε μέχρι την κατάργησή της από την Β' Εθνοσυνέλευση Άστρους , τον Απρίλιο του 1823.

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2019

Τα πολιτειακά όργανα της Σπάρτης την κλασική εποχή και το Μεικτό πολίτευμα




Μετά τους δύο Μεσσηνιακούς Πολέμους, η ζωή στη Σπάρτη οριζόταν από αυστηρή νομοθεσία και η ατομικότητα εξαφανίστηκε μέσα στις στρατιωτικές υποχρεώσεις. Το πολίτευμα της Σπάρτης στη μορφή που γνωρίζουμε ότι είχε τον 5ο π. Χ. αι. διαμορφώθηκε τον 6ο π. Χ. αι., ίσως και νωρίτερα. Η πόλη- κράτος της Σπάρτης αποτελούνταν από τρείς βασικές κοινωνικές κατηγορίες. Οι όμοιοι, δηλαδή οι Δωριείς κάτοικοι, που ήταν οι μόνοι που είχαν πολιτικά δικαιώματα. Οι περίοικοι, ήταν οι παλιοί κάτοικοι της περιοχής, που ασχολούνταν κυρίως με την γεωργία. Δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα, ήταν όμως υποχρεωμένοι να στρατεύονται. Οι είλωτες, δηλαδή Δωριείς της Λακωνικής και της Μεσσηνίας που υποδουλώθηκαν στους Σπαρτιάτες, ζούσαν κάτω από τη σκληρή τους επίβλεψη, χωρίς κανένα δικαίωμα.

Κυριακή 20 Αυγούστου 2017

Προσδιορισμός της έννοιας του ελεύθερου πολίτη

Το να είναι κανείς πολίτης σήμαινε ότι συμμετείχε ενεργά στην πολιτική, κοινωνική, οικονομική και θρησκευτική ζωή της πόλης, και σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ήταν εκείνος που κατείχε και ασκούσε το δικαίωμα του άρχειν και του άρχεσθαι. Για να αποκτήσει κανείς την ιδιότητα του ελεύθερου πολίτη έπρεπε να έχει γεννηθεί από γονείς που ήταν και οι δύο ελεύθεροι πολίτες (συγκεκριμένα, από πατέρα πολίτη και από μητέρα κόρη πολίτη). Μάλιστα σε μερικές πόλεις ήταν αναγκαία η καταγωγή τριών γενεών από γονείς πολίτες. Ο κανόνας αυτός της καταγωγής από αμφότερους γονείς πολίτες τηρήθηκε με ευλάβεια από όλες τις πόλεις με ελάχιστες εξαιρέσεις, κυρίως όταν μετά από πολέμους μειωνόταν ο αριθμός του ανδρικού πληθυσμού. 

Κυριακή 23 Ιουλίου 2017

Οι προσπάθειες του Καποδίστρια για την δημιουργία συγκεντρωτικού κράτους.

    Στα 1827, όταν η Τρίτη Εθνική Συνέλευση συνήλθε στην Τροιζήνα, το εσωτερικό πολιτικό κλίμα και οι διεθνείς πιέσεις της εποχής της Παλινόρθωσης συνέτειναν ώστε η θεσμική έκφραση των ελληνικών πολιτικών επιδιώξεων να μεταβληθεί σημαντικά. Το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», εγκατέλειψε το αίτημα των φιλελεύθερων θεσμών. Το πολιτειακό πλαίσιο διαμορφώθηκε έτσι ώστε να καθιερώνει το προσωποπαγές καθεστώς του Ι. Καποδίστρια, που είχε στο μεταξύ εκλεγεί πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος.  Η δημοκρατική χροιά των προγενέστερων συνταγμάτων απαλειφόταν και στη θέση της έμπαινε η πίστη στη φιλανθρωπία ενός ισχυρού ανώτατου εκτελεστικού οργάνου. Επιπλέον, για να δοθεί στον Καποδίστρια η δυνατότητα να ασκήσει απρόσκοπτα τα δύσκολα καθήκοντά του, το σύνταγμα ανεστάλη προσωρινά και στον Κυβερνήτη δόθηκαν δικτατορικές εξουσίες. Η Τέταρτη Εθνική Συνέλευση, περιορίστηκε στην ψήφιση ορισμένων αποφάσεων που επικύρωναν τις ενέργειες του Κυβερνήτη. Επιπλέον του χορηγούσε πλήρη εξουσία να χειριστεί όλα τα κρίσιμα εθνικά ζητήματα.

Κυριακή 9 Ιουλίου 2017

Η Συγκρότηση του κράτους των Αθηνών

Η συγκρότηση της πόλης κράτους της Αθήνας τοποθετείται περίπου τον 8ο π. Χ. αι. και οφείλεται σε συνοικισμό . Η πολιτική συνένωση των κατοίκων της Αττικής με κέντρο πολιτικό την Αθήνα αποτέλεσε την αρχή ραγδαίων εξελίξεων που κράτησαν δυο αιώνες και στόχευαν στη συμμετοχή όλων των πολιτών στη διακυβέρνηση του κράτους . Στο χρονικό διάστημα των δυο αιώνων η Αθήνα γνώρισε όλο το φάσμα των πολιτειακών μεταβολών . Την κληρονομική βασιλεία διαδέχτηκε ένα αριστοκρατικό καθεστώς . Στα τέλη του 7ου π. Χ. αι. οι κοινωνικές αντιθέσεις ήταν ιδιαίτερα οξυμένες , γεγονός που υποχρέωσε τους ευγενείς να αποδεχτούν την κωδικοποίηση του μέχρι τότε , άγραφου , εθιμικού δικαίου . Αυτή ήταν η πρώτη νομοθετική ρύθμιση των υποθέσεων της πόλης , η οποία ανατέθηκε σε πρόσωπο της τάξης των ευγενών , τον Δράκοντα . Η νομοθεσία αυτή δεν εξομάλυνε τις κοινωνικές διαφορές και δεν γεφύρωσε το κοινωνικό χάσμα , αφού πολλοί από τους μικρούς καλλιεργητές , λόγω των συνεχών δανεισμών , είχαν χάσει την ελευθερία τους .