Το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών της Κωνσταντινούπολης ήταν επακόλουθο
των διώξεων που προκλήθηκαν από τους Λατίνους σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας. Εξαιτίας αυτού του
γεγονότος, οι λόγιοι κατέφυγαν στην αυλή του Θεόδωρου Α΄ Λάσκαρι στην Νίκαια
της Βιθυνίας. Με την αυτοκρατορική συνδρομή οργανώθηκε ξανά το εκπαιδευτικό
σύστημα. Η τελευταία περίοδος της
Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, έχει επικρατήσει να ονομάζεται ως Παλαιολόγεια
Αναγέννηση. Η περίοδος αυτή ξεκινά από την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης
από τους Λατίνους το 1261 και λήγει με την άλωση της Πόλεως από τους
Σελτζούκους Τούρκους στις 29 Μαΐου 1453. Η περίοδος αυτή υπήρξε η τελευταία
αναλαμπή του Βυζαντίου, ωστόσο η καλλιτεχνική και πνευματική ανάπτυξη της
περιόδου είναι αξιοσημείωτη. Στον τομέα της παιδείας παρατηρείται μια στροφή
προς τον πολιτισμό της αρχαίας Ελλάδας, ενώ στην γλώσσα υιοθετείται ο
αττικισμός. Στον τομέα της φιλοσοφίας παρατηρείται μια στροφή προς τους
κλασικούς φιλόσοφους. Οι λόγιοι της εποχής και ειδικότερα οι Θεόδωρος
Μετοχίτης, Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος, Γεώργιος Παχυμέρης, Νικηφόρος Γρηγοράς
και Μάξιμος Πλανούδης, ασχολήθηκαν με την αποκατάσταση και την ερμηνεία των κειμένων των κλασικών
φιλόσοφων. Το έργο τους έδωσε ώθηση
στην ουμανιστική κίνηση της Δύσης, αποτελώντας ουσιαστικά τους προδρόμους των
φιλολογικών και φιλοσοφικών επιστημών.
Την περίοδο της Παλαιολόγειας Αναγέννησης ιδιαίτερη
υπήρξε η μέριμνα της αυτοκρατορικής εξουσίας για την επαναλειτουργία του
Πανεπιστήμιου της Κωνσταντινούπολης. Πρώτος δάσκαλος της
σχολής διορίστηκε ο Γεώργιος Ακροπολίτης. Οι αυτοκράτορες της
περιόδου λειτουργούσαν ουσιαστικά ως πάτρωνες των τεχνών και προστάτες των
γραμμάτων. Ο σκοπός της σχολής ήταν πρακτικός και αφορούσε στην στελέχωση της
αυτοκρατορικής γραφειοκρατικής μηχανής, από νέους αριστοκρατικής καταγωγής που είχαν
φοιτήσει με επιτυχία στην σχολή. Η ανώτερη εκπαίδευση ήταν
το ζητούμενο προκειμένου να σταδιοδρομήσει κάποιος στην Βυζαντινή κοινωνία. Όσοι είχαν την οικονομική
δυνατότητα να σπουδάσουν και προορίζονταν για διοικητικές θέσεις, έπρεπε να
παρακολουθήσουν μαθήματα φιλοσοφίας και ρητορικής. Μέσω του εκπαιδευτικού
συστήματος οι σπουδαστές της εποχής αποκτούσαν άμεση πρόσβαση στα κείμενα των
κλασικών φιλόσοφων.
Όσον αφορά την μέθοδο διδασκαλίας της φιλοσοφίας, οι Βυζαντινοί ακολουθούσαν
την πρακτική του Πορφύριου και του Σιμπλίκιου, που θεωρούσαν την αριστοτελική
φιλοσοφία ως προστάδιο της πλατωνικής. Αν και παρουσιάζονταν ως
σχολαστικοί μελετητές της αρχαίας ελληνικής και λατινικής φιλοσοφίας, η σκέψη
των Βυζαντινών ήταν αυστηρά προσηλωμένη στο ορθόδοξο δόγμα και δεν δημιούργησαν
δικό τους φιλοσοφικό σύστημα. Η βυζαντινή σκέψη ήταν
κυρίως ερμηνευτική.
Στην αντίληψη των Βυζαντινών ο φιλόσοφος ταυτιζόταν με
τον μορφωμένο άνθρωπο, ενώ παράλληλα πίστευαν ότι η θύραθεν παιδεία διέφερε από
την θεολογία.
Στην σ. 91 του αποσπάσματος του κειμένου του Θ.
Μετοχίτη, αναλύεται ο λόγος για τον οποίο οι σοφοί ασχολούνται με την
φιλοσοφία. Μεγάλη σημασία προσδίδει στην αξία των κειμένων των κλασικών
συγγραφέων, που είναι εύκολα προσβάσιμα μέσω των βιβλιοθηκών. Στις βιβλιοθήκες
της Κωνσταντινούπολης, υπήρχε αφθονία κειμένων που μπορούσε να ικανοποιήσει
κάθε ζήτηση. Στις σ. 91 και 93 αναφέρει την ωφέλεια που αποκομίζει ο σοφός, από
την ανάγνωση των κειμένων και προσθέτει ότι η ανάγνωση αυτή είναι διάλογος με
τους ίδιους τους κλασικούς συγγραφείς. Μέσω αυτής της πνευματικής επαφής ο
αναγνώστης εξελίσσεται.
Η βυζαντινή φιλοσοφία πραγματεύτηκε τα κλασικά
φιλοσοφικά ζητήματα. Όπως αναφέρει ο Γ. Ζωγραφίδης, «Τα ερωτήματα
μεταφυσικής όπως η φύση του όντος, η φύση και ο σκοπός του ανθρώπου, η σχέση
του ανθρώπου με τον Θεό, η ελευθερία της βούλησης, ο τρόπος και ο λόγος
δημιουργίας του κόσμου ήταν εκείνα που τους απασχόλησαν ιδιαίτερα. Στο απόσπασμα του ο Θ.
Μετοχίτης παρουσιάζει την παιδεία ως αυταξία. Ο Θ. Μετοχίτης θεωρούσε σημαντική
προσωπικότητα τον Σωκράτη, για την βιβλιοφιλία του και την φιλομάθειά του, η
εξέλιξη της παιδείας διαμέσου των αιώνων δεν αναιρούσε το έργο του Σωκράτη,
αλλά σύμφωνα με την γνώμη του Θ. Μετοχίτη το εμπλούτιζε. Τα διδάγματα του Σωκράτη
αποτελούν σύμφωνα με τον Θ. Μετοχίτη την φιλοσοφία της γνώσης. Ο Θ. Μετοχίτης σε αυτό
το σημείο ακολουθεί την παγιωμένη βυζαντινή αντίληψη, ότι ο Σωκράτης αποτελεί
το πρότυπο του λόγιου παρά του φιλόσοφου. Ο φιλόσοφος για την
βυζαντινή αντίληψη ταυτιζόταν με εκείνον που ακολουθούσε την θεωρητική,
μοναχική ζωή (ασκητισμός).
Γ. Ζωγραφίδης, «Το φιλοσοφείν στο Βυζάντιο», στο: Σ. Βιρβιδάκης, Η. Γιαννάκης, Π.
Δήμας, Γ. Ζωγραφίδης, Π. Θανασάς, Κ. Ιεροδιακόνου, Π. Καλλιγάς, Ι.
Καλογεράκος, Π. Κόντος, Χ. Μπάλλα, Β. Πολίτης, Σ. Ράγκος, Β. Τσούνα, Η Ελληνική
Φιλοσοφία από την Αρχαιότητα έως τον 20ό αιώνα, τ. Α’, ΕΑΠ, Πάτρα, 2000,
σ. 350- 351.
Γ. Ζωγραφίδης, «Το φιλοσοφείν στο Βυζάντιο», στο: Σ. Βιρβιδάκης, Η. Γιαννάκης, Π.
Δήμας, Γ. Ζωγραφίδης, Π. Θανασάς, Κ. Ιεροδιακόνου, Π. Καλλιγάς, Ι.
Καλογεράκος, Π. Κόντος, Χ. Μπάλλα, Β. Πολίτης, Σ. Ράγκος, Β. Τσούνα, Η Ελληνική
Φιλοσοφία από την Αρχαιότητα έως τον 20ό αιώνα, τ. Α’, ΕΑΠ, Πάτρα, 2000,
σ. 350- 351.