Κατά τη διάρκεια των ώριμων φάσεων της Μυκηναϊκής εποχής (Υστεροελλαδική III A-III Γ) το τυπικό της λατρείας αποκτά μια στερεότυπη μορφή. Η ανάγνωση των θρησκευτικών πράξεων αυτής της περιόδου και η ερμηνεία τους υποβοηθούνται τώρα και από ένα πλήθος εικονιστικών παραστάσεων σε τοιχογραφίες, σφραγίδες και χρυσά δαχτυλίδια. Η ερμηνεία αυτών των παραστάσεων, οι οποίες είναι συχνά κωδικοποιημένες σε μεγάλο βαθμό, συμπληρώνεται από την πλουσιότερη και σαφέστερη κρητική εικονογραφία. Οι επιδράσεις όμως της μινωικής Κρήτης αφορούν περισσότερο το τυπικό της λατρείας και λιγότερο τις βασικές θρησκευτικές αρχές. Παράλληλα με τη λατρεία της γυναικείας μινωικής θεότητας, η οποία διακρίνεται από έντονα ανατολικά στοιχεία, διαπιστώνεται, κυρίως μέσα από τις γραπτές πηγές, και η λατρεία άλλων γυναικείων και αντρικών θεοτήτων με ονόματα ινδοευρωπαϊκής προέλευσης. Από το σύνολο των γλωσσολογικών και των αρχαιολογικών δεδομένων προκύπτει ότι κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία είχε διαμορφωθεί ήδη το πάνθεον και οι κύριες μορφές λατρείας της κλασικής Ελλάδας.
Τις πληροφορίες των θρησκευτικών παραστάσεων συμπληρώνουν τα αποσπασματικά αλλά σαφέστατα κείμενα από τις πινακίδες της Πύλου, της Κνωσού και της Θήβας. Τα σχετικά κείμενα αφορούν διοικητικά ζητήματα της θρησκείας, καταλόγους των προσφορών στα ιερά, την περιουσία και τα καθήκοντα του ιερατείου. Όπως και στη Μινωική Κρήτη η θρησκευτική και η πολιτική εξουσία εμφανίζονται αλληλοεξαρτώμενες, αν όχι ταυτόσημες στο ανώτατο επίπεδο της ιεραρχίας.
Η έλλειψη ειδικών οικοδομημάτων αφιερωμένων αποκλειστικά στη λατρεία δείχνει ότι οι ιερές τελετουργίες γίνονταν συνήθως στο ύπαιθρο ή σε ιερά κορυφής. Τα ιερά κτίσματα που μαρτυρούνται μόνο σε ελάχιστες εικονιστικές παραστάσεις είχαν τη μορφή υπαίθριου τεμένους με τρίκλιτο αρχιτεκτονικό σχέδιο. Το γεγονός ότι μυκηναϊκά ιερά έχουν εντοπιστεί κάτω από ναούς της Αρχαιότητας αποτελεί μια σαφή ένδειξη ότι ορισμένοι τόποι λατρείας της Μυκηναϊκής εποχής διατήρησαν την ιερή τους σημασία και σε μεταγενέστερες περιόδους.
Παράλληλα με την αρχιτεκτονική, την εικονογραφία και τα γραπτά κείμενα, ως πηγή πληροφοριών για τη μυκηναϊκή θρησκεία χρησιμοποιούνται και τα ομηρικά έπη, παρόλο που οι μαρτυρίες του Ομήρου προέρχονται ως ένα μεγάλο βαθμό από μεταγενέστερες περιόδους. Οι παραδόσεις του Ομήρου οι σχετικές με τις θρησκευτικές δοξασίες συνδέουν τη μυκηναϊκή λατρεία με τη θρησκεία και τα ταφικά έθιμα της κλασικής Ελλάδας και ιδιαίτερα με τη λατρεία των ηρώων.
Στη μυκηναϊκή εικονογραφία επαναλαμβάνεται συχνά η απεικόνιση μιας επιβλητικής γυναικείας μορφής, στην οποία αναγνωρίζεται η "μητέρα-θεά", η σημαντικότερη θεότητα της Μινωικής Κρήτης. Η παρουσία της θεότητας αυτής στην ηπειρωτική Ελλάδα αλλά και ο πανομοιότυπος τρόπος με τον οποίο απεικονίζεται δείχνουν ότι η λατρεία της μινωικής θεάς της γονιμότητας βρήκε πρόσφορο έδαφος στους αγροτικούς πληθυσμούς της Μυκηναϊκής Ελλάδας. Τα διάφορα σύμβολα που συνοδεύουν τις θρησκευτικές παραστάσεις δείχνουν ότι στη μητέρα-θεά αποδίδονταν, όπως και στην Κρήτη, πολλές διαφορετικές ιδιότητες. Οι ασπίδες την παρουσιάζουν ως θεά του πολέμου, ενώ τα ζώα και τα πουλιά που κρατά στα χέρια της αποδίδουν την ιδιότητα της Πότνιας Θηρών, δηλαδή της θεάς στη δικαιοδοσία της οποίας ανήκαν η γέννηση και ο θάνατος των ζώων. Ένα από τα συχνότερα εμβλήματά της ήταν το φίδι, η ίδια όμως η θεά δεν απεικονίζεται ποτέ ως "θεά των όφεων".
Αντίθετα με τη ύψιστη αυτή γυναικεία θεότητα, άρρενες θεοί δεν απεικονίζονταν στη μυκηναϊκή τέχνη. Το γεγονός αυτό τους διαφοροποιεί αρκετά από το θεό της Μινωικής Κρήτης, ο οποίος θεωρείται σύζυγος, γιος ή ακόλουθος της μητέρας-θεάς και απεικονίζεται λιγότερο συχνά από αυτήν αλλά σταθερά στη μινωική τέχνη. Εκτός από τη γυναικεία θεότητα απεικονίζονται και δαιμονικές μορφές που θα ήταν οι ακόλουθοι της ανθρωπόμορφης θεάς, όπως οι ονόμορφοι δαίμονες που απεικονίζονται σε μια τοιχογραφία των Μυκηνών ή στο χρυσό δαχτυλίδι της Τίρυνθας. Ένα από τα πιο αγαπημένα θέματα της μυκηναϊκής θρησκευτικής εικονογραφίας αποτελούν οι σφίγγες, μυθικές μορφές ανατολικής προέλευσης με σώμα λιονταριού και γυναικείο κεφάλι, οι οποίες παρουσιάζονται συνήθως φορώντας ένα φτερωτό στέμμα.
Οι ομοιότητες της μυκηναϊκής και της μινωικής θρησκευτικής εικονογραφίας έκαναν τους μελετητές να πιστεύουν ότι οι μυκηναϊκές δοξασίες ταυτίζονταν απόλυτα με τις μινωικές, έχοντας και αυτές ανατολικές ρίζες. Η ανάγνωση των κειμένων της μυκηναϊκής γραφής αποκάλυψε όμως μια αρκετά διαφορετική εικόνα για τη μυκηναϊκή θρησκεία. Στα κείμενα των ανακτορικών πινακίδων αναφέρονται ονόματα θεών του ελληνικού δωδεκάθεου όπως ο Δίας, η Ήρα, ο Ποσειδών, η Άρτεμις, ο Ερμής και ο Διόνυσος, ενώ ιδιαίτερα συχνή είναι η αναφορά στη "Πότνια θηρών", μια πρώιμη τοπική θεότητα που ταυτίζεται με τη θεά Αθηνά. Μαζί με αυτές διαπιστώθηκε η λατρεία και άλλων άγνωστων μέχρι τότε θεοτήτων, οι οποίες φαίνεται ότι έχασαν τη σημασία τους στο μεταγενέστερο ελληνικό κόσμο. Έτσι, το πάνθεο της Μυκηναϊκής εποχής θεωρείται σήμερα ένας συγκερασμός στοιχείων που εκφράζει τη συνύπαρξη της τοπικής παράδοσης με επείσακτα μινωικά στοιχεία. Η παράλληλη λατρεία θεοτήτων διαφορετικής προέλευσης αλλά και η διαφορετική απόδοση του θρησκευτικού τυπικού στην τέχνη δείχνουν ότι οι Μυκηναίοι πήραν από τη μινωική λατρεία μόνο ότι δεν ερχόταν σε αντίθεση με τις δικές τους θρησκευτικές παραδόσεις.
Οι πλούσιες εικονιστικές παραστάσεις της μυκηναϊκής τέχνης μάς δίνουν πολλές πληροφορείες για το λατρευτικό τυπικό της μυκηναϊκής θρησκείας. Οι παραστάσεις αυτές έχουν αφηγηματικό χαρακτήρα, όπως και οι μινωικές, και συναντώνται στις τοιχογραφίες των ανακτόρων, σε σφραγιδόλιθους και σε σφραγιστικά δαχτυλίδια. Οι παραστάσεις των δαχτυλιδιών και των σφραγίδων είναι σε μεγάλο βαθμό κωδικοποιημένες για να χωρέσουν στις μικρές επιφάνειες των αντικειμένων αυτών. Έτσι, στην ερμηνεία των παραστάσεων χρησιμοποιούνται οι συγκρίσεις με την ανάλογη εικονογραφία της Μινωικής Κρήτης.
Το κύριο εικονιστικό θέμα αυτών των παραστάσεων είναι η λατρεία της γονιμότητας και της βλάστησης που εορτάζονταν μάλλον σε ημερολογιακή βάση, σύμφωνα με τον κύκλο της γεωργικής παραγωγής. Οι συνηθέστερες λατρευτικές πράξεις είναι οι δεήσεις, οι τελετουργικοί χοροί, οι πομπές, οι προσφορές και οι θυσίες. Οι θρησκευτικές σκηνές εκτυλίσσονταν στο ύπαιθρο, σε βραχώδη τοπία, κάτω από ιερά δέντρα και μπροστά σε σταθερούς ή κινητούς βωμούς. Οι χοροί είχαν στόχο να προκαλέσουν την οραματική εμφάνιση της θεάς στο ποίμνιο, τη λεγόμενη θεοφάνεια, που είναι γνωστή κυρίως από τη μινωική εικονογραφία.
Η θεά τοποθετούνταν από τους καλλιτέχνες συνήθως στο κεντρικό σημείο των παραστάσεων. Γύρω της οι πιστοί απεικονίζονταν σε διάφορες στάσεις δέησης, σε μικρότερο μέγεθος απ' αυτήν για να τονιστεί έτσι η διαβάθμιση της σημασίας των εικονιζόμενων προσώπων. Συχνά όμως, λόγω της αφαιρετικής απόδοσης των απεικονίσεων και του μικρού μεγέθους των παραστάσεων, είναι δύσκολο να γίνει η διάκριση μεταξύ λατρευτών και θεοτήτων.
Ανάμεσα στις μορφές εμφανίζονται διάφορα αιωρούμενα θρησκευτικά σύμβολα. Τα ίδια σύμβολα εμφανίζονται και ως μεμονωμένα διακοσμητικά μοτίβα στην τέχνη, αλλά και ως αυτούσια αντικείμενα λατρείας φτιαγμένα από διάφορα υλικά. Τα συχνότερα από αυτά ήταν ο ιερός κόμβος, η οκτώσχημη ασπίδα και τα ιερά κέρατα. Παρά όμως την εμφανή μινωική προέλευση όλων αυτών των συμβόλων, οι Μυκηναίοι δε φαίνεται να υιοθέτησαν ευρέως τον διπλό πέλεκυ, το ύψιστο θρησκευτικό σύμβολο της μινωικής λατρείας.
Μέσα από τα κείμενα των πινακίδων γνωρίζουμε αρκετά καλά τα είδη των λατρευτικών προσφορών. Οι συνηθέστερες προσφορές στις θεότητες ήταν αγροτικά προϊόντα, τα δημητριακά, το μαλλί, το λάδι αλλά και προϊόντα της βιοτεχνίας, ανάμεσα στα οποία και πολύτιμα αντικείμενα. Η προσφορά υφασμάτων είχε ένα συμβολικό νόημα που παραπέμπει στις εορτές του πέπλου της Αθηνάς. Προς τιμήν των αρρένων θεών θυσιάζονταν πολύ συχνά ζώα. Μια αρκετά συνηθισμένη προσφορά στα ιερά ήταν τα πήλινα ζωόμορφα ειδώλια που έπαιζαν συμβολικά μάλλον το ρόλο της προσφοράς κοπαδιών στα ιερά αλλά και το ρόλο του θυσιασμένου ζώου.
Τα πιο χαρακτηριστικά όμως λατρευτικά αντικείμενα των Μυκηναίων αποτελούν τα μικρά χειροποίητα ανθρωπόμορφα ειδώλια από πηλό. Αυτά διακρίνονται ανάλογα με το σχήμα του περιγράμματός τους, ανάλογα δηλαδή αν είχαν μαζεμένα τα χέρια τους στο στήθος ή υψωμένα σε στάση προσευχής, σε ειδώλια τύπου Φ και Ψ. Ανάμεσα στις υπόλοιπες παραλλαγές τους διακρίνονται μια ένθρονη παραλλαγή και ο τύπος της "κουροτρόφου". Ένας άλλος τύπος ειδωλίου μεγαλύτερου σχήματος, που απαντά συνήθως σε οργανωμένα ιερά, ήταν κατασκευασμένος με κεραμικό τροχό όπως τα κεραμικά αγγεία. Τα ειδώλια ήταν αφιερώματα των πιστών στις θεότητες, τις οποίες υπηρετούσαν ως πιστοί λατρευτές. Τα ειδώλια βρίσκονται σε ιερά, σε τάφους αλλά και σε ιδιωτικές κατοικίες. Στις κατοικίες ήταν τοποθετημένα σε ειδικούς χώρους, ανάλογους με τα σημερινά εικονοστάσια και έπαιζαν μάλλον προστατευτικό και αποτροπαϊκό ρόλο για την οικογένεια.
Ορισμένα από τα πρόσωπα των θρησκευτικών σκηνών αναγνωρίζονται ως μέλη του ιερατείου. Οι γυναίκες ιέρειες εμφανίζονται με φορέματα μινωικού τύπου που άφηναν ακάλυπτο το στήθος. Με το τελετουργικό αυτό ένδυμα τονιζόταν το στοιχείο της γονιμότητας που ήταν απαραίτητο για την ευλογία των καλλιεργειών και των γεννημάτων.
Οι άντρες ιερείς φορούσαν επίσης ένα χαρακτηριστικό ιερατικό ένδυμα, ένα μακρύ χειριδωτό χιτώνα. Σε παραστάσεις σφραγίδων εμφανίζεται το μοτίβο γενειοφόρων αντρών, οι οποίοι επίσης χαρακτηρίζονται ιερείς βάσει συγκρίσεων με τη θρησκευτική εικονογραφία της μινωικής Kρήτης και της Ανατολής. Κατά το τελευταίο αυτό εικονιστικό πρότυπο οι ιερείς απεικονίζονται με μακρύ κροσσωτό χιτώνα και κρατώντας συχνά έναν πέλεκυ συροπαλαιστινιακού τύπου.
Mερικές φορές κατά τη διάρκεια των θρησκευτικών τελετών οι ιερείς, άντρες και γυναίκες, φορούσαν δέρματα ζώων που συμβόλιζαν μάλλον το θυσίασμα. Η ύπαρξη αυτού του τύπου ιερατικού ενδύματος πιστοποιείται και μέσα από τα κείμενα των πινακίδων, όπου έχουν επισημανθεί αναφορές σε ιερατικά πρόσωπα που φορούν δέρματα ζώων (di-pte-ra-po-ro), τη διφθέρα.
Τα μέλη του ιερατείου πρωτοστατούσαν στις θρησκευτικές τελετές, δέχονταν τις προσφορές των πιστών και των ηγεμόνων και διαχειρίζονταν την περιουσία των ιερών. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των πινακίδων, το ιερατείο διακρινόταν σε διάφορους βαθμούς ιεραρχίας και σε διαφορετικές ειδικότητες. Έτσι αναφέρονται κλειδούχοι, ιερουργοί, τελεστές και μια "ιέρεια των ανέμων". Στις θρησκευτικές κοινότητες ανήκαν και άλλα πρόσωπα αφιερωμένα στη λατρεία και, ανάλογα με τη σημασία του ιερού, ένας κάθε φορά διαφορετικός αριθμός δούλων.
Στα κείμενα της Γραμμικής Β υπάρχουν επίσης σαφείς ενδείξεις ότι οι σχέσεις του ιερατείου και της πολιτικής εξουσίας ήταν συνυφασμένες και αλληλοεξαρτώμενες. Ο Wanax, το πρόσωπο που βρισκόταν στην υψηλότερη βαθμίδα της πολιτικής ηγεσίας, ίσως ήταν εκείνο που συγκέντρωνε και τις θρησκευτικές εξουσίες.
Κατά τη δεύτερη χιλιετία π.Χ. στις χώρες της Ανατολής και στην Αίγυπτο συνηθιζόταν η τέλεση των θρησκευτικών τελετών σε επιβλητικά κτήρια αφιερωμένα αποκλειστικά στη λατρεία. Οι ναοί αυτοί ήταν σαφώς διαχωρισμένοι από τα κοσμικά κτήρια από άποψη τοπογραφική αλλά και από την άποψη της αρχιτεκτονικής σύλληψης και του διακοσμητικού προγράμματος. Στη Μινωική Κρήτη αντίθετα ο διαχωρισμός ιερών και κοσμικών κτηρίων δεν ήταν τόσο εμφανής, ωστόσο αναγνωρίζονται ειδικοί χώροι λατρείας στα ανάκτορα και στις ιδιωτικές κατοικίες, ενώ παράλληλα διαπιστώνεται η ύπαρξη της υπαίθριας λατρείας σε ιερά κορυφής και σε ιερά σπήλαια.
Στα κτήρια της Μυκηναϊκής Ελλάδας ο εντοπισμός των ιερών χώρων είναι πολύ πιο δύσκολος. Oι αρχαιολογικές και οι εικονογραφικές μαρτυρίες οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι ιερές πράξεις τελούνταν κατά κύριο λόγο στο ύπαιθρο. Oι θρησκευτικές σκηνές που απεικονίζονται στα σφραγιστικά δαχτυλίδια εκτυλίσσονται συχνά σε ορεινά βραχώδη τοπία, κοντά σε ιερά δέντρα και σε πηγές νερού. Στη μυκηναϊκή εικονογραφία αναγνωρίζεται όμως παράλληλα και το γνωστό από τη Μινωική Kρήτη "τριμερές ιερό", ένα τρίκλιτο κτίσμα ελαφριάς κατασκευής διακοσμημένο με ιερά σύμβολα.
Αν και οι αρχαιολογικές μαρτυρίες των υπαίθριων ιερών και των ιερών κορυφής δεν είναι ακόμη αρκετές, από τα μέχρι τώρα ευρήματα γνωρίζουμε ότι στις τοποθεσίες όπου ασκούνταν η μυκηναϊκή λατρεία ιδρύθηκαν αργότερα ναοί της Αρχαϊκής και της Κλασικής περιόδου. Το παλαιότερο μυκηναϊκό ιερό εντοπίστηκε στην Επίδαυρο, κάτω από το ναό του Απόλλωνα Μαλεάτα και χρονολογείται στην Υστεροελλαδική Ι περίοδο. Kατά τον ίδιο τρόπο, ερευνώντας δηλαδή τα βαθύτερα στρώματα των αρχαϊκών και κλασικών ναών, έχουν ανακαλυφθεί υπολείμματα μυκηναϊκών κτηρίων στην Ελευσίνα και τη Δήλο. Την ύπαρξη οργανωμένων ιερών χώρων βεβαιώνουν και τα κείμενα των πινακίδων, όπου καταγράφονται οι προσφορές των υπηκόων και των ηγεμόνων στα ιερά, οι κατάλογοι του προσωπικού των ιερών και ο αριθμός των δούλων που αναλογούσαν σε κάθε ένα από αυτά. Τα ιερά αναφέρονται εκεί συνήθως ως τοπωνύμια, όπως το θρησκευτικό κέντρο της Pa-ki-ja-ne.
Ιεροί χώροι έχουν εντοπιστεί και σε οικιστικά σύνολα. Tα ιερά των οικισμών δεν παρουσιάζουν ιδιότυπο αρχιτεκτονικό σχήμα. Ο χαρακτηρισμός τους γίνεται από την ανεύρεση ιερών σκευών και από την ύπαρξη χτιστών βάθρων, όπου τοποθετούνταν τα ειδώλια και τα τελετουργικά σκεύη. Τέτοιοι ιεροί χώροι έχουν εντοπιστεί στις Μυκήνες, την Πύλο, στο Μπερμπάτι και το Καλαπόδι της Φωκίδας. Τα πιο χαρακτηριστικά και καλοδιατηρημένα ιερά όμως έχουν εντοπιστεί εκτός της ηπειρωτικής Ελλάδας, στη μυκηναϊκή πόλη της Φυλακωπής, στη Mήλο και την Αγία Ειρήνη της Κέας. Στην ακρόπολη των Μυκηνών, το λεγόμενο "θρησκευτικό κέντρο" είναι ένα κτηριακό συγκρότημα που βρίσκεται νοτιοδυτικά του ταφικού περιβόλου Α.
Στα μυκηναϊκά ανάκτορα υπήρχαν επίσης ιεροί χώροι, αν και η επισήμανση τέτοιων χώρων εκεί είναι πιο δύσκολη απ' ό,τι στα μινωικά ανάκτορα. Στη μεγάλη τελετουργική εστία του μεγάρου τελούνταν ίσως σπονδές και θυσίες, ενώ στο θρόνο του άνακτα ίσως έδρευαν οι αρχιερείς ή ο ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης. Την ιερότητα του ανακτορικού χώρου υποδεικνύει και το εικονιστικό πρόγραμμα των τοιχογραφιών που κοσμούσαν τους εσωτερικούς χώρους. Οι τοιχογραφίες της Πύλου έχουν συνολικά θρησκευτικό περιεχόμενο, πράγμα που σημαίνει ότι στο χώρο του ανακτόρου τελούνταν ιερές πράξεις. Έτσι, παρά τα λιγοστά δείγματα των σαφώς αναγνωρίσιμων ιερών χώρων, θεωρείται βέβαιο ότι σε κάθε μυκηναϊκό οίκημα, ακρόπολη ή ανάκτορο υπήρχαν ειδικοί χώροι αφιερωμένοι στη λατρεία.
Πηγή:ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΕΛΛΑΔΑ




