|
Η σταδιακή ανάγνωση πολλών κειμένων της γραφής αυτής αποκάλυψε ότι ο μυκηναϊκός κόσμος είναι τόσο από γλωσσική όσο και από πολιτιστική άποψη άρρηκτα δεμένος με την ελληνική Αρχαιότητα. Στα μυκηναϊκά κείμενα αναγνωρίστηκαν ελληνικά ονόματα προσώπων και θεοτήτων, ορισμένες από τις οποίες συμπεριλήφθηκαν αργότερα στις σημαντικότερες μορφές του ελληνικού Δωδεκάθεου. Τα τοπωνύμια που συναντώνται στις πινακίδες βοήθησαν την ταύτιση πολλών μυκηναϊκών οικισμών με θέσεις που ήταν γνωστές από την ιστορική τοπογραφία. Τα επαγγέλματα, οι θεσμοί και η ιεραρχία της μυκηναϊκής κοινωνίας κυρίως του 13ου αιώνα π.Χ. φωτίζουν πλευρές της πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, οι οποίες θα ήταν αδύνατο να προσεγγιστούν μόνο μέσω των αρχαιολογικών μαρτυριών. Η μυκηναϊκή γλώσσα είναι η πρωιμότατη γνωστή ελληνική διάλεκτος και εμπεριέχει και αρκετά προελληνικά στοιχεία. Δεν παρουσιάζει πλήρη αντιστοιχία με καμία από τις μεταγενέστερες διαλέκτους, εμφανίζει ωστόσο τις περισσότερες ομοιότητες με την αρκαδοκυπριακή. Στο λεξιλόγιό της συναντώνται επίσης λέξεις με ελληνική ρίζα, οι οποίες όμως απουσιάζουν από την αρχαία ελληνική. Οι λέξεις αυτές πιστεύεται ότι εξαφανίστηκαν κατά τη Γεωμετρική και την Αρχαϊκή περίοδο. Η σύνταξη των μυκηναϊκών κειμένων είναι πολύ δύσκολο να μελετηθεί, εφόσον τα κείμενα των πινακίδων είναι συνήθως απλοί κατάλογοι. Στοιχεία της συντακτικής δομής συναντώνται μόνο σε μια πινακίδα από την Πύλο, στην οποία μια χρονική πρόταση αρχίζει με o-te (όταν), ενώ σε άλλο σημείο χρησιμοποιείται η γνωστή από τα αρχαία ελληνικά αιτιατική της αναφοράς. Ο ενικός, ο πληθυντικός και ο δυικός αριθμός υφίστανται, συχνά όμως χρησιμοποιούνται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, επειδή σε όλες τις περιπτώσεις λειτουργούν ως επικεφαλίδες. Στα κείμενα παρατηρούνται συχνά και συντακτικές ανακολουθίες που οφείλονται στην επιγραμματική φύση των κειμένων ή σε απροσεξίες των γραφέων.
Τα πρώτα συστήματα γραφής στο Αιγαίο συναντώνται στη Μινωική Κρήτη κατά τη δεύτερη χιλιετία π.Χ. Το πρώτο είδος γραφής διασώζεται στο δίσκο της Φαιστού και ακολουθούν η Ιερογλυφική και η Γραμμική γραφή Α. Η Γραμμική Β είναι η προσφορά των Μυκηναίων στα πνευματικά επιτεύγματα του προϊστορικού Αιγαίου. Η γραφή αυτή, που είναι μια εξέλιξη της Γραμμικής A, δημιουργήθηκε μάλλον από την ανάγκη να συστηματοποιηθούν περισσότερο οι εμπορικές συναλλαγές και να οργανωθούν καλύτερα η αποθήκευση και η αρχειοθέτηση των αγαθών που διακινούνταν στα ανάκτορα. Οι γραπτές μαρτυρίες της Γραμμικής Β προέρχονται κυρίως από τις πινακίδες των ανακτορικών αρχείων της Πύλου, της Κνωσού και της Θήβας. Από την Πύλο προέρχονται περισσότερες από 1.000 πινακίδες και από την Κνωσό περισσότερες από 3.000. Λιγότερο πλούσια σε αρχειακά ευρήματα είναι τα ανάκτορα των Μυκηνών και της Τίρυνθας. Τα κείμενα χαράζονταν επάνω σε πλάκες από άψητο πηλό με τη βοήθεια μιας γραφίδας που ήταν φτιαγμένη μάλλον από κόκαλο. Οι πινακίδες αυτές διακρίνονται ανάλογα με το σχήμα τους σε σελιδόσχημες και φυλλόσχημες. Το γεγονός ότι έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα οφείλεται στο τυχαίο γεγονός ότι κατά την καταστροφή των ανακτόρων γύρω στο 1200 π.Χ. κάηκαν και μ' αυτόν τον τρόπο η μάζα τους στερεοποιήθηκε και έγινε πιο ανθεκτική στη φθορά. Οι πινακίδες βρίσκονται συχνά συγκεντρωμένες στους προθαλάμους των ανακτορικών αποθηκών αλλά και σε χώρους άσχετους με την επίσημη αρχειοθέτηση του κράτους, όπως οι ιδιωτικές οικίες εμπόρων. Εκτός από τις πινακίδες η μυκηναϊκή γραφή συναντάται και στα ενεπίγραφα σφραγίσματα, πολλά από τα οποία έχουν βρεθεί στη μυκηναϊκή Καδμεία και στoυς ενεπίγραφους αμφορείς. Οι επιγραφές επάνω στα αγγεία αυτά είχαν γραφτεί με χρώμα πριν από το ψήσιμο των αγγείων και λειτουργούσαν ως ετικέτες, όπου αναγραφόταν το περιεχόμενο των αγγείων ή ο τόπος προέλευσης των προϊόντων. Συνολικά έχουν βρεθεί σ' όλο το Αιγαίο γύρω στους 140 αμφορείς αυτού του τύπου, σε θέσεις της ηπειρωτικής Ελλάδας, όπως η Θήβα, η Ελευσίνα, η Τίρυνθα αλλά και σε κρητικές θέσεις, όπως η Κνωσός και τα Χανιά. Το διάστημα χρήσης τους τοποθετείται στο 14ο και το 13ο αιώνα π.Χ. Η Γραμμική Β γραφόταν όπως και η Γραμμική Α από τα αριστερά προς τα δεξιά. Στον σελιδόσχημο τύπο, όπου υπήρχε αρκετός χώρος για μακροσκελή κείμενα, οι επιφάνειες των πινακίδων χωρίζονταν σε τμήματα με οριζόντιες γραμμές. Συχνά διακρίνονταν και παράγραφοι που χωρίζονταν μεταξύ τους με κενές γραμμές. Η προσεκτικότερη μελέτη των πινακίδων έκανε δυνατή την αναγνώριση συγκεκριμένων γραφέων. Στις πινακίδες της Πύλου έχουν αναγνωριστεί τριάντα δύο γραφείς, ενώ στο ανάκτορο της Κνωσού οι γραφείς ανέρχονται στους εκατό. |

