Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Translate

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

Διονύσιος Σολωμός 1798- 1857

 


Ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στο πολύγλωσσο και πολυπολιτισμικό περιβάλλον των Επτανήσων και συγκεκριμένα στη Ζάκυνθο το 1798, ένα έτος μετά την κρίσιμη μετάβαση από την μακραίωνη βενετοκρατία στη δημοκρατία. Ο πατέρας του, κόντε Νικόλαος Σολωμός, ήταν πλούσιος ευγενής κρητικής καταγωγής και μιλούσε ιταλικά, όπως πολλοί επτανήσιοι της εποχής του και της τάξης του. Η μητέρα του, η Αγγελική Νίκλη, ήταν υπηρέτρια στο σπίτι του κόντε, κοπέλα λαϊκή και πολύ νεότερή του. Ο Σολωμός θα γεννηθεί εκτός γάμου, όπως και ο ομομήτριος αδελφός του Δημήτριος (1802), αλλά ο πατέρας τους θα φροντίσει για τη μόρφωσή τους, θα τους συμπεριλάβει στη διαθήκη του και λίγο πριν πεθάνει θα παντρευτεί τη μητέρα τους.

 

 

Ο Σολωμός θα μάθει τα πρώτα γράμματα στη Ζάκυνθο, παρακολουθώντας ιδιωτικά μαθήματα στο πατρικό σπίτι και μια χρονιά στο δημόσιο σχολείο (1807-1808), που είχε αρχίσει να λειτουργήσει κατά την περίοδο της Επτανήσου Πολιτείας. Το 1808, μετά τον θάνατο του πατέρα του, οι επίτροποι θα τον στείλουν για σπουδές στην Ιταλία, όπως ήταν η συνήθεια, φροντίζοντας να μην έρχεται σε επαφή με τη μητέρα του και τη νέα της οικογένεια (είχε στο μεταξύ παντρευτεί τον Εμμανουήλ Λεονταράκη). Θα τον συνοδεύσει ο Ιταλός πρόσφυγας αββάς Σάντο Ρόσι, που ήταν οικοδιδάσκαλος στη Ζάκυνθο. Η προσαρμογή του δεκάχρονου μαθητή στο Λύκειο της Αγίας Αικατερίνης στη Βενετία θα αποδειχθεί δύσκολη και ο Ρόσι θα τον πάρει κοντά του στην Κρεμόνα μέχρι την αποφοίτησή του από το Λύκειο της πόλης, το 1815. Στη συνέχεια ο Σολωμός θα γραφτεί στη Νομική Σχολή της Παβίας από όπου θα πάρει το δίπλωμά του το 1818.

Ωστόσο οι νομικές σπουδές δεν φαίνεται να τον ενδιαφέρουν. Στην Ιταλία, έρχεται σε επαφή με την πλούσια ιταλική λογοτεχνική παράδοση και με το δυναμικό παρόν της ιταλικής λογοτεχνίας των αρχών του 19ου αιώνα, όπου η ποίηση, και μάλιστα η θρησκευτική (νεοκλασικιστική, νεοπλατωνική) έχει την πρωτοκαθεδρία. Στις πόλεις των σπουδών του αλλά και στο Μιλάνο παρακολουθεί «ακαδημίες» ποίησης (δηλ. δημόσιες αναγνώσεις ποιημάτων) και βραδιές ποιητικού αυτοσχεδιασμού. Συναναστρέφεται γνωστούς ποιητές και λογίους, όπως ο Vincenzo Monti, ο Giovanni Torti, ο Giuseppe Montani. Ζει τον αγώνα των Ιταλών (Λομβαρδών και Βενετών) να απελευθερωθούν από τον αυστριακό ζυγό αλλά και την ατμόσφαιρα της διαμάχης του κυρίαρχου νεοκλασικισμού με τον ανερχόμενο ρομαντισμό. Στην Ιταλία επίσης συνειδητοποιεί την ποιητική κλίση του και γράφει στα ιταλικά τα πρώτα του ποιήματα, σχεδόν όλα θρησκευτικής θεματικής.

 Επιστρέφοντας στη Ζάκυνθο ο Σολωμός θα συνεχίσει να συνθέτει ιταλικά ποιήματα, όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι επτανήσιοι λογοτέχνες. Πρόκειται είτε για επικαιρικά σονέτα ―ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει το σονέτο «In morte di Ugo Foscolo» (Στο θάνατο του Ούγου Φόσκολου)― είτε για ποιήματα ψυχαγωγίας της παρέας, όπως οι περιπαικτικές σάτιρες για τον Διονύσιο Ροΐδη και τα πολυάριθμα αυτοσχέδια σονέτα που προκύπτουν καθώς παίζει με φίλους το άλλοτε διάσημο στην Ιταλία ποιητικό αγώνισμα του αυτοσχεδιασμού, δηλαδή της σύνθεσης ποιημάτων με δοσμένο θέμα, δοσμένη μορφή ή και δοσμένες ομοιοκαταληξίες και με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα. Το ζητούμενο δεν είναι ασφαλώς η πρωτοτυπία, αλλά η επιδέξια διαχείριση ενός οπλοστασίου ποιητικών εκφράσεων και ομοιοκαταληξιών που προέρχονται κυρίως από την παλιότερη ιταλική λογοτεχνική παράδοση και αποτελούν κοινή γλώσσα πολλών ποιητών του ιταλικού 18ου και του αρχόμενου 19ου αιώνα (Coutelle 2009: 147-208). Ο Σολωμός διακρίνεται για την ταχύτητα και τη στιχουργική του δεινότητα και τριάντα αυτοσχέδια σονέτα θα συγκεντρωθούν από τον φίλο του Λοδοβίκο Στράνη και θα εκδοθούν στην Κέρκυρα το 1822 (β' έκδοση: 1823), με τον τίτλο Rime Improvvisate (Αυτοσχέδιες Ρίμες).

 

Παράλληλα με την σύνθεση ιταλόγλωσσων ποιημάτων, ενταγμένος πλέον στον φυσικό περιβάλλον της ελληνικής γλώσσας, ο Σολωμός θα αρχίσει να τη σπουδάζει και να εξοικειώνεται με παλιότερες και νεότερες ελληνικές λογοτεχνικές παραδόσεις: έμμετρες ερωτικές μυθιστορίες, κρητική αναγέννηση, δημοτικό τραγούδι, ζακυνθινή παράδοση. Θα ξεκινήσει επίσης να γράφει ποίηση στη νεοελληνική. Τα πρώτα ποιήματά του σε αυτήν έχουν ανακρεοντικά, αρκαδικά και βουκολικά θέματα και απηχούν τη νεοκλασική παιδεία του (π.χ. «Ανθούλα», «Ανάμνησις», «Ευρυκόμη», «Ο θάνατος του βοσκού»), διατηρώντας ευανάγνωστες εκφραστικές συγγένειες με την ιταλόγλωσση ποίησή του. Θα ακολουθήσουν ποιήματα προρομαντικού ή ρομαντικού χαρακτήρα, όπως η «Ωδή στη Σελήνη» και «Η σκιά του Ομήρου», με αποκορύφωμα το βυρωνικό ποίημα του Λάμπρου (1824-1826, 1833), γραμμένο σε ενδεκασύλλαβες οκτάστιχες στροφές ― το γνωστό ιταλικό μέτρο της ottava, έντεχνα ενταγμένο τώρα στην ελληνική ποίηση. Φιλόδοξο συνθετικό ποίημα, ο Λάμπρος αποτελεί απόδειξη της μεγάλης διαδρομής που διάνυσε ο Σολωμός μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα ως προς τη γλώσσα και την ποιητική· αποτύπωση «λεπτών αισθημάτων» με μεγάλη οικονομία και συγχρόνως σαφήνεια και ακρίβεια:

Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε

της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,

σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε

τ' ουρανού σε κανένα από τα μέρη·

και αποκεί κινημένο αργοφυσούσε

τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ' αέρι,

που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:

γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.

 

Στα δέκα χρόνια της ζακυνθινής διαμονής του ο Σολωμός θα πειραματιστεί, εν είδει άσκησης και αναζήτησης, με μια μεγάλη ποικιλία μετρικών και στιχουργικών μορφών, που προέρχονται στην πλειονότητά τους από την ιταλική στιχουργία (π.χ. πεντασύλλαβος, επτασύλλαβος, terza rima) και από την νεοελληνική (π.χ. δεκαπεντασύλλαβος). Θα συγκεκριμενοποιήσει τις θεματικές περιοχές και τις έννοιες που τον ενδιαφέρουν να διερευνήσει ποιητικά και θα δοκιμάσει τρόπους διερεύνησής τους: σχέση ανθρώπου - θεού, ανθρώπου - φύσης, καλού - κακού· η θεϊκή δικαιοσύνη, η δευτέρα παρουσία· η ποιητική δικαιοσύνη και ο κοινωνικός χαρακτήρας της ποίησης· ελευθερία, πολιτική και ηθική· η αγνότητα και το υψηλό· καθαρότητα ψυχής και εξωτερικό κάλος· σάτιρα και λυρισμός· όνειρα και οράματα· προσωπεία.

Τα χρόνια της ζακυνθινής διαμονής του Σολωμού συμπίπτουν βέβαια με τον επαναστατικό αγώνα των Ελλήνων για εθνική ανεξαρτησία. Η ποιητική παρέμβασή του στο μείζον εγχείρημα της μεγάλης πατρίδας μοιάζει προδιαγεγραμμένη ήδη από τότε που άφηνε την Ιταλία: το υποδείκνυε το Μontani· το επιτάσσει η ποιητική και η ιδεολογία της εποχής.

 

Από την ομάδα των έργων που συνδέονται άμεσα με τα γεγονότα της επανάστασης (π.χ. Εις Μάρκο Μπότσαρη, Η καταστροφή των Ψαρών) ξεχωρίζει ασφαλώς ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν, το ποίημα που θα καταστήσει τον εικοσιπεντάχρονο Σολωμό ευρύτερα γνωστό στην Ελλάδα και την Ευρώπη και που αργότερα (1865) θα του δώσει τον τίτλο του εθνικού ποιητή των Ελλήνων. Γραμμένος με μια ανάσα τον Μάιο του 1823, σε τροχαϊκό οκτασύλλαβο και 158 τετράστιχες στροφές, ο Ύμνος είναι το εκτενέστερο έως τότε ποίημά του και το πρώτο ελληνόγλωσσο που θα τυπωθεί και μάλιστα σε τρεις διαδοχικές εκδόσεις, το 1825: πρώτα, στο Παρίσι, στον δεύτερο τόμο των δημοτικών τραγουδιών του Φωριέλ, με έμμετρη γαλλική μετάφραση (και σε χωριστό ανάτυπο)· ακολούθως, στο Λονδίνο, στην αγγλική μετάφραση του τόμου του Φωριέλ· τέλος, στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, με ιταλική πεζή μετάφραση. Το ποίημα άλλωστε απευθύνεται τόσο στους Έλληνες όσο και στους Ευρωπαίους. Εξισορροπώντας ενθουσιασμό και αναστοχασμό, συμμετοχή και αποστασιοποίηση, το ποιητικό υποκείμενο αναλαμβάνει να προβάλει την ιδεολογία της επανάστασης (δίκαιος αγώνας για ελευθερία, αυτοδιάθεση και θρησκεία), να υμνήσει επιλεκτικά κάποια από τα πολεμικά κατορθώματα των Ελλήνων, να ενθαρρύνει τους πολεμιστές και συγχρόνως, να επισημάνει και να διαχειριστεί γεγονότα και συμπεριφορές που απειλούν ποικιλότροπα το ευάλωτο εγχείρημα της επανάστασης, όπως τα συμφέροντα και η υποκρισία των Μεγάλων Δυνάμεων, η σφαγή στην Τριπολιτσά και η εσωτερική διχόνοια των Ελλήνων:

144. »Η Διχόνοια που βαστάει

ένα σκήπτρο η δολερή·

καθενός χαμογελάει,

πάρ' το, λέγοντας, και συ.

 

145. »Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει

έχει αλήθεια ωραία θωριά·

μην το πιάστε, γιατί ρίχνει

εισέ δάκρυα θλιβερά.

 

146. »Από στόμα οπού φθονάει,

παλικάρια, ας μην 'πωθεί,

πως το χέρι σας κτυπάει

του αδελφού την κεφαλή.

 

147. »Μην ειπούν στο στοχασμό τους

τα ξένα έθνη αληθινά:

Εάν μισούνται ανάμεσό τους

δεν τους πρέπει ελευθεριά.

 

148. »Τέτοια αφήστενε φροντίδα·

όλο το αίμα οπού χυθεί

για θρησκεία και για πατρίδα

όμοιαν έχει την τιμή.

Ο Ύμνος είναι ποίημα πολιτικής και συγχρόνως λογοτεχνικής παρέμβασης, καθώς ταυτόχρονη και ισότιμη επιδίωξή του είναι να καταδείξει και τις λογοτεχνικές ικανότητες της αναγεννημένης Ελλάδας και της νεοελληνικής γλώσσας. Όπως ο ίδιος ο Σολωμός το τονίζει ρητά σε επιστολή του, ακυρώνοντας τη σχεδιαζόμενη έκδοση πρωτόλειων ελληνόγλωσσων ποιημάτων του «Χρειάζονται όμως άλλα πράματα τώρα, για να δείξουμε τι δυνατότητες έχει η γλώσσα» (Πολίτης 1991: 87). Γράφοντας «γλώσσα» εννοεί βέβαια τη γλώσσα του λαού. Στην κρίσιμη συζήτηση που διεξάγεται ανάμεσα στους λόγιους της εποχής του σχετικά με τη γλώσσα στην οποία θα πρέπει να μιλούν και να γράφουν οι πολίτες τού υπό γένεση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, ο Σολωμός θα ταχθεί υπέρ της γλώσσας του λαού. Την άποψη αυτή θα υπερασπίσει τόσο με την ποίησή του όσο και με το κριτικό, μαχητικό κείμενο του Διαλόγου (1824) όπου ο Ποιητής, με την ηθική υποστήριξη του Φίλου, θα συγκρουστεί με τον Σοφολογιότατο.

 Στο τέλος του 1828 ο Σολωμός αποφασίζει να εγκατασταθεί στην Κέρκυρα για καλλιτεχνικούς και προσωπικούς λόγους. Θέλει να «αφιερωθεί όλος εις τη μελέτη της Τέχνης» (Πολυλάς 1859: κστ') και συγχρόνως να απομακρυνθεί από τον αδελφό του Δημήτριο και τη σύζυγό του. (Αυτή είναι, άλλωστε, υποστηρίζουν κάποιοι μελετητές, η ανώνυμη Γυναίκα της Ζάκυθος, την οποία ο ποιητής στηλιτεύει για τη συμπεριφορά της στο ομώνυμο έργο του.)

 Μολονότι τα έργα που επεξεργάζεται ο Σολωμός στη Κέρκυρα έμειναν στην πλειονότητά τους ανολοκλήρωτα και το καθένα εγκαταλειμμένο σε διαφορετικό βαθμό σύνθεσης, πιστοποιούν το αναμφίβολο γλωσσικό και ποιητικό κατόρθωμά του. Χαρακτηριστικές όψεις του συνιστούν ο πεζός ρυθμικός λόγος και η υψηλή σάτιρα της Γυναίκας της Ζάκυθος, γραμμένης στο γλωσσικό ιδίωμα του ζακυνθινού αφηγητή της Ιερομόναχου Διονύσιου.

 Στις 9/21 Φεβρουαρίου 1857 ο Σολωμός πεθαίνει στην Κέρκυρα από εγκεφαλική συμφόρηση. Το λιγοστό έως τότε δημοσιευμένο έργο του δημιουργούσε μεγάλη προσδοκία για το αδημοσίευτο αλλά όταν αυτό παρουσιάστηκε από τον φίλο και μαθητή του Ιάκωβο Πολυλά στην περίφημη έκδοση Διονυσίου Σολωμού Τα Ευρισκόμενα, το 1859, προκάλεσε απογοήτευση στο αναγνωστικό κοινό της εποχής, εξαιτίας της αποσπασματικότητάς του. Όχι χωρίς κάποια θλίψη, ο ίδιος ο Πολυλάς διαπίστωνε ότι «τα ευρισκόμενα συγγράμματα μόλις δείχνουν, ναι μεν σημαντικά, αλλά ολίγα και αραιά τα ίχνη, με τα οποία ο ποιητής επροχωρούσε εις απάτητο μονοπάτι μέσα 'ς τον κόσμο της φαντασίας» (Πολυλάς 1859: νγ').

Πηγή:Ψηφίδες για την ελληνική γλώσσα