Το φρούριο των Αιγοσθένων δεσπόζει στον ομώνυμο ανατολικό όρμο του Κορινθιακού κόλπου. Η θέση φαίνεται να έχει χρησιμοποιηθεί από τα γεωμετρικά έως τα μεταβυζαντινά χρόνια. Το φρούριο κτίστηκε στο β΄ μισό του 4ου αι. π.Χ. και αποτελεί ένα από τα καλύτερα διατηρημένα αρχαία φρούρια στον ελλαδικό χώρο.
Κατά την κλασική περίοδο τα Αιγόσθενα αποτελούσαν κώμη των Μεγάρων. Αργότερα, τον 2ο αι. π.Χ., εντάχθηκαν ως ανεξάρτητη πόλη στο Κοινό των Βοιωτών.
Στα Αιγόσθενα μαρτυρείται λατρεία του μάντη και θεραπευτή Μελάμποδα, το ιερό του οποίου εκτιμάται ότι βρίσκεται κάτω από την ακρόπολη, στον εντός των μακρών τειχών χώρο.
Ένδειξη για τη συνέχιση της κατοίκησης κατά τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους αποτελεί η πεντάκλιτη βασιλική του 5ου αι. μ.Χ. Επάνω στα ερείπια της βασιλικής, κτίστηκε, τον 11ο αι., το μικρό εκκλησάκι της Παναγίας ή Αγίας Άννας με αρχαίο οικοδομικό υλικό. Στην ύστερη βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο, ο χώρος της ακρόπολης φιλοξένησε μοναστήρι, από το οποίο σώζονται τα ερείπια κελιών, καθώς και το καθολικό, ο μικρός ναός του Αγίου Γεωργίου.
Το 1981 ο ισχυρός σεισμός των Αλκυονίδων στον Κορινθιακό κόλπο επέφερε σημαντικές βλάβες και καταρρεύσεις σε όλο το φρούριο.
Από το 2011 το Υπουργείο Πολιτισμού έχει ξεκινήσει εργασίες αναστήλωσης και αποκατάστασης του φρουρίου, με συγχρηματοδότηση της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το έργο αναστήλωσης του ΝΑ πύργου της ακρόπολης, που είχε ως φυσικό αντικείμενο την αποκατάσταση του μνημείου στη μορφή που είχε στην αρχαιότητα, έχει ολοκληρωθεί και στον επισκέπτη δίδεται πλέον η δυνατότητα πρόσβασης στο εσωτερικό του πύργου και ανόδου έως τον τελευταίο του όροφο, από όπου έχει πλήρη εποπτεία του φρουρίου και της ευρύτερης περιοχής.
Το Φρούριο των Αιγοσθένων αποτελείται από την ακρόπολη και την κάτω
πόλη, η οποία προστατευόταν από μακρά τείχη που φθάνουν μέχρι τη
θάλασσα.
Η ακρόπολη είναι κτισμένη σε χαμηλό λόφο, σε απόσταση 450μ. από
τη θάλασσα. Έχει ορθογώνιο σχήμα, έκτασης 190x80μ., και ορίζεται
περιμετρικά από περίβολο με πύργους. Η επικοινωνία μεταξύ των πύργων
γινόταν μέσω διαδρόμου που υπήρχε στα μεσοπύργια διαστήματα του τείχους.
Η ανατολική πλευρά της ακρόπολης σώζεται σε μεγάλο ύψος, ενισχύεται από
τέσσερις πύργους και έχει μικρή πυλίδα. Το πλέον εντυπωσιακό
χαρακτηριστικό του φρουρίου είναι ο πύργος της ΝΑ γωνίας της ακρόπολης.
Η ακρόπολη συνδεόταν με το λιμάνι με μακρά τείχη, από τα οποία
μόνο το βόρειο είναι σήμερα ορατό, με τουλάχιστον επτά πύργους και δύο
πύλες.
Τα τείχη και οι πύργοι του φρουρίου έχουν δεχθεί επισκευές και
επιδιορθώσεις κατά τους επόμενους αιώνες, καθώς η κατοίκηση της περιοχής
ήταν συνεχής.
Στα πρώιμα χριστιανικά χρόνια (5ος αι. μ.Χ.) στην περιοχή της
κάτω πόλης χτίστηκε πεντάκλιτη παλαιοχριστιανική βασιλική και αργότερα
τον 11ο αι. πάνω στα ερείπια της βασιλικής, χτίστηκε το εκκλησάκι της
Παναγίας ή Αγίας Άννας.
Κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο, ο χώρος της ακρόπολης, αποτέλεσε
μοναστήρι, που αναπτύχθηκε γύρω από το ναό του Αγίου Γεωργίου. Η αρχική
φάση του ναού χρονολογείται στους βυζαντινούς χρόνους, όπως μαρτυρεί
τοιχογραφία του Παντοκράτορα που αποκαλύφθηκε στον τρούλο, μετά την
πτώση τμήματος της τοιχογραφίας του 17ου αι., που υπήρχε στο ίδιο
σημείο, από το σεισμό του 1981. Από τις εγκαταστάσεις της Μονής σώζονται
σήμερα πέντε κελλιά, σε κάτοψη Γ, σε επαφή με την εσωτερική πλευρά του
ανατολικού τοίχου του φρουρίου, στο τμήμα μεταξύ του ΝΑ πύργου και του
επόμενου προς τα βόρεια πύργου. Στη συμβολή των κεραιών των δύο
διατηρούμενων πτερύγων των κελλιών σώζεται σε θολωτή αίθουσα εγκατάσταση
μύλου.
| Ο ΝΑ πύργος αποτελεί τμήμα της ακρόπολης του αρχαίου φρουρίου των
Αιγοσθένων. Ήταν ο μεγαλύτερος και υψηλότερος πύργος του φρουρίου, με
τετράγωνο σχήμα, πλευράς περίπου 9μ., τριώροφος, συνολικού ύψους περίπου
18μ., με δίρριχτη στέγη. Συγκαταλέγεται στα σπουδαιότερα μνημεία της
οχυρωματικής, καθώς διασώζει πλείστα αυθεντικά στοιχεία της μορφής και
της οικοδομικής των αρχαίων πύργων.
Η θύρα του πύργου βρίσκεται στη βόρεια πλευρά. Στον πρώτο και δεύτερο όροφο υπάρχουν τοξοθυρίδες, ενώ στον τελευταίο όροφο παράθυρα για καταπέλτες, τρία σε κάθε πλευρά. Κατά τους βυζαντινούς χρόνους, ο πύργος δέχθηκε μετασκευές και πιθανώς χρησιμοποιήθηκε από μοναχούς της μονής του Αγίου Γεωργίου που εγκαταστάθηκε στο χώρο της ακρόπολης. Συγκεκριμένα, το εσωτερικό του πύργου διαιρέθηκε σε δύο ισοδύναμους επιμήκεις χώρους, που στεγάστηκαν με θόλους κυλινδρικής μορφής. Ο πύργος διέσωζε ολόκληρη τη νότια πλευρά του έως την απόληξη της στέγης μέχρι το 1981, όταν ο ισχυρός σεισμός των Αλκυονίδων έπληξε σοβαρά το μνημείο. |
||||||
|
||||||
Πηγή:ΟΔΥΣΣΕΥΣ
