H θαλάσσια επικοινωνία στην ανατολική Mεσόγειο είχε εδραιωθεί ήδη από την αρχή της εποχής του Xαλκού. H θάλασσα εξασφάλιζε τους απαραίτητους δρόμους για το εμπόριο των προϊόντων, την ανταλλαγή αγαθών, τις διπλωματικές σχέσεις και τις συχνές επαφές μεταξύ των μεγάλων πολιτισμών της περιοχής. Tο ιδιαίτερο ενδιαφέρον της Kρήτης για την ανεύρεση πολύτιμων πρώτων υλών οδήγησε στη δημιουργία ενός εκτεταμένου δικτύου εμπορικών οδών και σταθμών. Tα θαλάσσια ταξίδια ήταν πάντως ριψοκίνδυνα, λόγω των ισχυρών ρευμάτων και ανέμων, με αποτέλεσμα πολλά πλοία να ναυαγούν χωρίς να φτάσουν ποτέ στον τελικό προορισμό τους.
Oι συχνές επαφές μεταξύ Aιγαίου και Aιγύπτου βασίζονταν σε συγκεκριμένους μηχανισμούς επικοινωνίας, οι οποίοι εντάσσονταν στο πλαίσιο της διοικητικής οργάνωσης των κοινωνιών αυτών. Aναμφίβολα, η μεγάλη πλειονότητα των αιγαιακών και αιγυπτιακών προϊόντων διακινούνταν μέσω του εμπορίου. Πολύτιμα δώρα ωστόσο ανταλλάσσονταν μεταξύ βασιλέων για τη διατήρηση καλών διπλωματικών σχέσεων ή ως προίκα σε βασιλικούς γάμους. H ιδιαίτερη σημασία της "διπλωματίας των δώρων" αποτελεί το κεντρικό θέμα της διπλωματικής αλληλογραφίας του αρχείου της Aμάρνας.
Eντονότερο υπήρξε το ενδιαφέρον των πολιτισμών του Aιγαίου για τις εμπορικές επαφές με την Aίγυπτο, λόγω της αφθονίας των μετάλλων και των πολύτιμων λίθων της χώρας του Nείλου. Aντίθετα, περιορισμένο παρουσιάζεται το αιγυπτιακό ενδιαφέρον, καθώς οι ανάγκες της χώρας σε εισαγωγές πρώτων υλών ήταν ελάχιστες. Tα προϊόντα που πιθανότατα εξάγονταν από το Aιγαίο ήταν από οργανικές ύλες, που δε σώζονται, γι' αυτό και οι μαρτυρίες για την ύπαρξή τους είναι μόνο έμμεσες. Θα πρέπει παρ' όλα αυτά να θεωρούνταν αρκετά πολύτιμα, αφού εκτός των άλλων στήριζαν ολόκληρο το μηχανισμό ανταλλαγών.
Η παρουσία ενός αιγυπτιακού αντικειμένου σε μια αιγαιακή θέση δε σημαίνει αυτόματα ότι αυτή διατηρούσε άμεσες επαφές με την Αίγυπτο. Το πιο πιθανό σενάριο για τη διασπορά των αιγυπτιακών πρώτων υλών ή τέχνεργων στην Αίγυπτο είναι ότι αυτά έφθαναν μόνο στα μεγάλα αιγαιακά κέντρα και από εκεί διοχετεύονταν, είτε στο πλαίσιο εμπορικών ανταλλαγών είτε -στην περίπτωση πολύτιμων αντικειμένων με κάποια συμβολική αξία- στο πλαίσιο της τελετουργικής ανταλλαγής δώρων, στις υπόλοιπες περιοχές. Κρίνοντας κανείς από τον υψηλό αριθμό των αιγυπτιακών εισαγωγών, δύο από αυτά τα κέντρα τα οποία είχαν αναμφίβολα άμεση επαφή με την Αίγυπτο και λειτουργούσαν ως αφετηρίες για τη διάδοση των αιγυπτιακών προϊόντων στο Αιγαίο ήταν η Κνωσός και οι Μυκήνες.
Οι σχέσεις Αιγαίου και Αιγύπτου στην εποχή του Χαλκού στρέφονταν αδιάκοπα γύρω από το γεωγραφικό και πολιτιστικό άξονα της Κρήτης. Στην Πρώιμη και τη Μέση εποχή του Χαλκού η Κρήτη ήταν το μοναδικό αιγαιακό κέντρο το οποίο βρισκόταν σε επαφή με την Αίγυπτο. Στην πρώτη περίοδο της Ύστερης εποχής του Χαλκού ο οικισμός στο Ακρωτήρι της Θήρας εμφάνισε όχι μόνο κάποια αιγυπτιακά εισηγμένα αντικείμενα, όπως αυγά στρουθοκαμήλου, αλλά και αιγυπτιακές επιδράσεις στον τομέα της εικονογραφίας. Ωστόσο, πιθανότερο είναι ότι η επαφή με την Αίγυπτο υπήρξε μόνο έμμεση με τη μεσολάβηση της μινωικής Κρήτης.
Τα μυκηναϊκά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας απέκτησαν τη δυνατότητα άμεσων σχέσεων με την Αίγυπτο μόλις κατά τη διάρκεια της Υστεροελλαδικής ΙΙ-ΙΙΙ, όταν κατέλαβαν την Κρήτη και πήραν τη θέση των Μινωιτών στο εξωτερικό εμπόριο και τις διπλωματικές επαφές με τα άλλα κράτη της ανατολικής Μεσογείου. Αυτή η εικόνα επιβεβαιώνεται από τη στατιστική ανάλυση των εισηγμένων αιγυπτιακών αντικειμένων στο Αιγαίο στην Ύστερη εποχή του Χαλκού. Στο χρονολογικό ορίζοντα της Υστερομινωικής/Υστεροελλαδικής Ι - ΙΙΙ Α 1 περιόδου οι αιγυπτιακές εισαγωγές στην Κρήτη είναι περίπου τετραπλάσιες σε αριθμό από αυτές στην ηπειρωτική Ελλάδα. Στη διάρκεια της ακόλουθης περιόδου (Υστερομινωική ΙΙΙ Α 2) παρατηρείται στην Κρήτη μια δραστική μείωση των εισαγωγών, η οποία συνδυάζεται στην Υστεροελλαδική ΙΙΙ Β με μια εντυπωσιακή αύξηση των εισηγμένων αντικειμένων από την Εγγύς Ανατολή και την Αίγυπτο, τα οποία σε σύγκριση με τις προηγούμενες περιόδους δεκαπλασιάζονται. Τα στοιχεία αυτά συνδυάζονται και με μια μεγάλη αύξηση των μυκηναϊκών αντικειμένων στην Αίγυπτο και την Εγγύς Ανατολή. Η εποχή της μεγαλύτερης ακμής στις επαφές του μυκηναϊκού πολιτισμού με τα κέντρα της ανατολικής Μεσογείου τοποθετείται χρονολογικά στην Υστεροελλαδική ΙΙΙ Α 2 και Υστεροελλαδική ΙΙΙ Β 1 περίοδο. Στο τελευταίο στάδιο της Ύστερης εποχής του Χαλκού, την ταραγμένη εποχή των μετακινήσεων των Λαών της Θάλασσας, τα εισηγμένα αντικείμενα στο Αιγαίο μειώνονται σε σταθερό ρυθμό, χωρίς ωστόσο να εξαφανίζονται. Τα πλούσια ευρήματα του νεκροταφείου της Περατής αποδεικνύουν ότι και σε αυτή την περίοδο, μετά την καταστροφή των μυκηναϊκών ανακτόρων, οι εμπορικές επαφές με τα λιμάνια της Ανατολής συνεχίστηκαν.
Οι τακτικές εμπορικές και διπλωματικές επαφές μεταξύ Αιγαίου και Αιγύπτου ήταν αναμενόμενο να οδηγήσουν και σε πολυσχιδείς πολιτιστικές επιδράσεις στον τομέα της τέχνης (εικονογραφία, τεχνική) αλλά και των κοινωνικώνδομών (διοίκηση, πολιτική οργάνωση και θρησκεία). Οι πολιτιστικές αυτές ανταλλαγές ήταν αμφίδρομες, αν και στις περισσότερες περιπτώσεις η Αίγυπτος, η ισχυρότερη πολιτική δύναμη στην ανατολική Μεσόγειο κατά τη 18η Δυναστεία, υπήρξε πηγή και όχι αποδέκτης. Οι αιγυπτιακές επιδράσεις στην αιγαιακή εικονογραφία είναι συχνές. Η υιοθέτηση ενός αιγυπτιακού εικονογραφικού θέματος είναι πολύ πιθανόν ότι συνοδευόταν και από την υιοθέτηση του συμβολικού του περιεχομένου. Οι πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι η θεά-ιπποπόταμος Ταούρτ, από την οποία εξελίσσεται η μορφή του "μινωικού δαίμονα", η σφίγγα, το θέμα του τριπλού παπύρου και ο κρίνος τύπου waz.
Στην αντίστροφη κατεύθυνση ορισμένα αιγυπτιακά έργα τέχνης προδίδουν μινωική επίδραση, όπως το εγχειρίδιο της Αχότεπ με την παράσταση του γρύπα και ο πέλεκυς το 'χμωσι με τη σκηνή ενός λιονταριού που καταδιώκει σε ιπτάμενο καλπασμό έναν ταύρο. Ωστόσο, εδώ πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις και όχι για θέματα που καθιερώθηκαν στην αιγυπτιακή εικονογραφία.



