Αρχαϊκή εποχή 8ος- 6ος π. Χ. αι.
Ο ελληνικός αποικισμός της αρχαϊκής εποχής αποτελεί ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της πόλης- κράτους (Mosse & Gourbeillon, 2015). Αποικισμός σημαίνει την οργανωμένη μετακίνηση ομάδας ανθρώπων από την πόλη τους και την εγκατάστασή τους σε νέα περιοχή με την ίδρυση νέας πόλης ( Μαστραπάς, 2002).
Ο Β΄ ελληνικός αποικισμός είχε τον χαρακτήρα μιας οργανωμένης επιχείρησης. Μετακινήθηκαν πληθυσμοί από τις μητροπόλεις του ελλαδικού χώρου στα παράλια της Ανατολικής Μεσογείου, της Νότιας Ιταλίας και της Σικελίας, το Βόρειο Αιγαίο, την Προποντίδα, τον Εύξεινο Πόντο και την Κυρηναϊκή ( Ζυμή, 2002). Τα αίτια που οδήγησαν στον Β΄ ελληνικό αποικισμό ήταν η δημογραφική αύξηση του πληθυσμού, η εύρεση νέων εμπορικών οδών αλλά και πολιτικά κίνητρα ( Ζυμή, 2002). Σύμφωνα με νεότερες έρευνες, βασισμένες στα νεότερα αρχαιολογικά τεκμήρια που συμπληρώνουν τις αρχαίες πηγές, διαμορφώθηκαν δυο θεωρίες για την εξήγηση του φαινομένου του Β΄ ελληνικού αποικισμού (Mosse, 2015). Η πρώτη θεωρία υποστηρίζει ότι ο Β΄ ελληνικός αποικισμός οφείλεται στην δημογραφική έκρηξη του 9ου π. Χ. αι. και την αναζήτηση κοιτασμάτων σιδήρου. Οι μελετητές που υποστηρίζουν την άποψη αυτή προτείνουν ως επιχείρημα την εγκατάσταση των αποίκων σε πρώην Μυκηναϊκές εμπορικές εγκαταστάσεις, κυρίως στην Νότια Ιταλία ( Mosse, 2015). Η δεύτερη θεωρία αντικρούει την πρώτη υποστηρίζοντας ότι οι κυριότεροι λόγοι μετανάστευσης ήταν η έλλειψη καλλιεργήσιμων εκτάσεων, στενοχωρία, ή εσωτερικές πολιτειακές διαμάχες. Ως παραδείγματα προβάλλουν την ίδρυση του Τάραντα από εξόριστους Σπαρτιάτες, Παρθενίες και την ίδρυση της Κυρήνης από κατοίκους της Θήρας. Ένα επιπλέον επιχείρημα που συνηγορεί προς αυτή την κατεύθυνση είναι ο διαμοιρασμός της γης στους άποικους από τον οικιστή ( Mosse, 2015). Σε συνδυασμό των παραπάνω θέσεων καθώς και σε πολιτικά κίνητρα οφείλουμε να αναζητήσουμε τα πιθανά αίτια ίδρυσης των αποικιών ( Ζυμή, 2002).
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Β΄ ελληνικού αποικισμού είναι ότι οι Έλληνες ίδρυαν ανεξάρτητες πόλεις και όχι προεκτάσεις της μητέρας- πόλης (Mosse, 2015). Η επιχείρηση αποικισμού ήταν οργανωμένη από μία πόλη ή αποτελούσε προσπάθεια περισσότερων πόλεων. Της αποικίας ηγούνταν πάντοτε ένα επιφανές μέλος της γενέθλιας πόλης, ονομαζόταν οικιστής είχε την αρχηγία της αποστολής και το καθήκον να οριοθετήσει την νέα πόλη και να διανείμει τους κλήρους γης στους άποικους. Στις αρμοδιότητες του οικιστή περιλαμβάνονταν ο καθορισμός των ιερών και των δημόσιων χώρων, η οικοδόμηση τείχους και η θέσπιση νόμων. Ήταν ισόβιος άρχοντας της αποικίας και μετά θάνατον τον τιμούσαν με ετήσια εορτή ως ήρωα ( Ζυμή, 2002). Ο τόπος εγκατάστασης υποδεικνυόταν από το Δελφικό Μαντείο. Οι άποικοι επέλεγαν να εγκατασταθούν σε περιοχές με παρόμοιο κλιματολογικό περιβάλλον με αυτό της γενέθλιας πόλης τους. Δεν δυσκολεύονταν ιδιαίτερα στην προσαρμογή στον νέο τόπο. Η οικονομία τους κατά βάση αγροτική ακολουθούσε τον αγροτικό κύκλο της Μητρόπολης ( Ζυμή, 2002). Υπό μια έννοια ο αποικισμός εξυπηρετούσε στην αποκατάσταση των ακτημόνων. Επίσης εξυπηρετούσε την ανάγκη των πόλεων σε εφοδιασμό μετάλλων. Ακόμα εξυπηρετούσε στον έλεγχο στρατηγικών και εμπορικών διόδων ( Mosse, 2015). Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε με σιγουριά τους λόγους που ωθούσαν τους άποικους στην μετανάστευση. Ίσως η υπόσχεση εύφορων εδαφών μαζί με την προσδοκία μιας καλύτερης ζωής να ήταν οι κυριότεροι λόγοι που τους οδήγησαν σε αυτή την ενέργεια ( Ζυμή, 2002).
Οι σχέσεις αποικίας Μητρόπολης ποίκιλαν ανάλογα με την περίσταση. Σε γενικές γραμμές μπορούμε να ισχυριστούμε, με βάση τα αρχαιολογικά τεκμήρια, ότι υπήρχαν στενές επαφές μεταξύ αποικίας και Μητρόπολης. Τουλάχιστον στον πολιτικό τομέα η αποικία ακολουθούσε το πολιτειακό σύστημα της μητρόπολης, με εξαίρεση την περίπτωση αποικίας πολιτικών εξόριστων. Το ίδιο ισχύει και στο θρησκευτικό και πολιτιστικό επίπεδο. Σπάνιες ήταν οι περιπτώσεις πολεμικής εμπλοκής αποικίας- Μητρόπολης. Συχνότερα η αποικία συνέδραμε στρατιωτικά την Μητρόπολη όποτε η περίσταση το ζητούσε ( Ζυμή, 2002).
Τις περισσότερες φορές οι σχέσεις με τους αυτόχθονες ήταν ειρηνικές και αναπτύσσονταν εμπορικές επαφές και ανταλλαγή πολιτιστικών στοιχείων ( Μαστραπάς, 2002). Οι άποικοι προσπαθούσαν να έχουν ειρηνική συνύπαρξη με τους αυτόχθονες. Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης εφαρμοζόταν η πρακτική του γάμου του οικιστή με την κόρη του φύλαρχου της περιοχής. Υπήρχαν περιπτώσεις προβληματικής συμβίωσης μεταξύ αποίκων και αυτοχθόνων. Σε αυτές τις περιπτώσεις η πολεμική σύγκρουση ήταν δεδομένη όπως για παράδειγμα στην περιοχή του Βόρειου Αιγαίου ( Ζυμή, 2002).
Οι συνέπειες του αρχαϊκού αποικισμού ήταν η ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυτιλίας, με συνακόλουθο αποτέλεσμα την άνθηση του οικονομικού τομέα. Δημιουργήθηκε μια νέα κατηγορία πολιτών, οι έμποροι, που διεκδίκησαν μερίδιο από την πολιτική εξουσία ( Μαστραπάς, 2002). Η σημαντικότερη συνέπεια του αρχαϊκού αποικισμού ήταν η εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού. Οι άποικοι έφερναν μαζί τους τις κοινωνικές και πολιτικές πρακτικές τους, τις θρησκευτικές τελετές και τις τέχνες τους. Εισήγαγαν το δικό τους αλφάβητο, την γλώσσα και τις παραδόσεις τους. Σημαντική ήταν η επίπτωση των εμπορικών ανταλλαγών ίσως και πολιτισμικών στοιχείων με πολιτισμούς του Δυτικού κόσμου όπως οι Ετρούσκοι και οι Καρχηδόνιοι ( Mosse, 2015).
Βιβλιογραφικές αναφορές
Mosse, Cl., & Gourbeillon, An., ( 2015), Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας ( 2000- 31 π. Χ.), Αθήνα: Παπαδήμας.
Ζυμή, Ε., ( 2002), « Ο ελληνικός αποικισμός από το 700- 31 π. Χ.», στο: Βογαζιανός- Ροϋ, Στ., Ζυμή, Ε., Κονδύλη, Ι., Κόντης, Α., Παυλάκης, Α., Σιάμπος, Γ., Τσαπαλιάρης, Β, Φακιόλας, Ρ., Ελληνισμός της Διασποράς. Ιστορική Αναδρομή. Εννοιολογικές Αποσαφηνίσεις, τμ Α΄, Πάτρα, εκδ. ΕΑΠ, σελ 69- 107.
Μαστραπάς, Α. (2002), « Η πόλη- κράτος», στο: Βερέμης, Θ., Γιαννόπουλος, Ι., Ζουμπάκη, Σ., Ζυμή, Ε., Ιωάννου, Θ., Μαστραπάς, Α., Ελληνική Ιστορία. Ο Αρχαίος Ελληνικός Κόσμος, τμ. Α΄, Πάτρα, εκδ. ΕΑΠ, σελ 73- 125.
