Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Translate

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2024

Εμπορικοί δρόμοι της εποχής του χαλκού

 


    Πρώϊμη εποχή του Χαλκού
Το εμπόριο αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τομείς της οικονομίας της Πρώιμης Χαλκοκρατίας και είναι άρρηκτα συνδεμένο με την ανάπτυξη της ναυσιπλοΐας στο Αιγαίο. Η ανάπτυξη του εμπορίου οφείλεται στην αναγκαιότητα εξεύρεσης πρώτων βιοτεχνικών υλών (οψιανός, μέταλλα), στην απόκτηση τεχνογνωσίας και στην προώθηση ανταλλάξιμων αγροτικών και βιοτεχνικών προϊόντων. 

 

Τα ευρήματα από οικισμούς και νεκροταφεία κάνουν σαφή τον ενδοαιγαιακό χαρακτήρα του εμπορίου, και παράλληλα συμβάλλουν στη διάγνωση των δικτύων ανταλλαγών (τοπικά, εκτεταμένα), αλλά και της έντασης των πολιτιστικών επαφών στις διαφορετικές χρονικές στιγμές της Πρώιμης Χαλκοκρατίας. Στο πλαίσιο εξεύρεσης πρώτων υλών για την άσκηση της μεταλλοτεχνίας σημειώνονται από τις αρχές της 3ης χιλιετίας επαφές του βορειοελλαδικού χώρου με τα Βαλκάνια και τη δυτική Μικρά Ασία. Στη νότια ηπειρωτική Ελλάδα εντατικές είναι κατά την Πρωτοελλαδική Ι-ΙΙ οι εμπορικές επαφές με τις Κυκλάδες, με στόχο τόσο την απόκτηση του οψιανού, απαραίτητου για την κατασκευή κοφτερών λεπίδων, όσο και για την απόκτηση χαλκού, μολύβδου και αργύρου από τα μεταλλεία της Σίφνου (Άγιος Σώστης) και, πιθανότατα, της Σερίφου και της Σύρου. Κατά το δεύτερο μισό της 3ης χιλιετίας σημειώνονται εντατικότατες επαφές ανάμεσα στα ανατολικά παράλια της νότιας Ελλάδας με τις Κυκλάδες και το βορειοανατολικό Αιγαίο. Aυτές επεκτείνονται, πέρα από τη μεταλλοτεχνία, και σε άλλους πολιτιστικούς τομείς (ιδεολογία, αγαθά κύρους-γοήτρου, αρχιτεκτονική) και απηχούν τόσο την οικονομική ευμάρεια και τη δημιουργία ισχυρών οικισμών (τοπικές ιεραρχίες), όσο και τη νέα κοινωνική δομή των αιγαιακών κοινοτήτων. Το Aιγαίο αποτελεί μια θάλασσα στην οποία επικρατεί το λεγόμενο "διεθνές πνεύμα". Kατά την Πρωτοελλαδική ΙΙΙ παρατηρείται εμπορική ύφεση ανάμεσα στις παραπάνω περιοχές, η οποία είναι απόρροια των γενικότερων οικονομικών αλλαγών που σημειώνονται κατά την περίοδο αυτή.

Eκτός από τις πρώτες ύλες (οψιανός, μέταλλα) οι ανταλλαγές περιλαμβάνουν χρωστικές ύλες (αζουρίτη, μαλαχίτη), οστέινες θήκες, μαρμάρινα ειδώλια και αγγεία, ασημένια κοσμήματα και κεραμική από τις Κυκλάδες. Σε πρωτοελλαδικούς οικισμούς βρίσκονται επίσης κεραμική, λίθινα αγγεία και σφραγίδες από την Κρήτη, ενώ στη Λέρνα βρέθηκαν κεραμικά αγγεία από την Τροία. Eπιπλέον, αγγεία της Πρωτοελλαδικής περιόδου καθώς και σφραγίσματα απαντούν σε αρχαιολογικές θέσεις των Κυκλάδων και του βορειοανατολικού Αιγαίου (Τροία, Λήμνος, Σαμοθράκη), μαρτυρώντας έτσι την ύπαρξη εκτεταμένων δικτύων ανταλλαγών. Tέλος, οι μυλόπετρες και οι τριπτήρες από ανδεσίτη, που μετέφερε το πλοίο το οποίο ναυάγησε στο Δοκό, καθώς και οι μυλόπετρες από ανδεσίτη Αίγινας, που εντοπίστηκαν σε πρωτοελλαδικούς οικισμούς της Aργολίδας και της Αττικής, εντάσσονται σε εμπορικό δίκτυο περιορισμένης εμβέλειας που διεξαγόταν στον Αργοσαρωνικό. 

Μέση εποχή του χαλκού



Οι εμπορικές δραστηριότητες και οι μετακινήσεις φαίνονται κυρίως από τη διάδοση της μεσοελλαδικής κεραμικής στον αιγαιακό χώρο. Τα τοπικά κεραμικά εργαστήρια διακρίνονται εύκολα από τη χαρακτηριστική τεχνοτροπία της παραγωγής τους, επιτρέποντας έτσι την παρακολούθηση των εμπορικών ανταλλαγών.

Η ισχνή παρουσία της μεσοελλαδικής κεραμικής σε μακρινές περιοχές από τον τόπο της παραγωγής τους δείχνει ότι το εμπορικό δίκτυο και οι μετακινήσεις των ανθρώπων είχαν περιορισμένη έκταση, ενώ δεν υπάρχουν καθόλου στοιχεία για διεθνείς σχέσεις, ανάλογες με αυτές της μινωικής Κρήτης. Τα εισηγμένα προϊόντα της κεραμικής εμφανίζονται πυκνότερα στις παράκτιες περιοχές, πράγμα που σημαίνει ότι ο θαλάσσιος δρόμος ήταν ο ευκολότερος τρόπος πρόσβασης σε άλλες περιοχές, προκειμένου να επιτευχθούν εμπορικές συναλλαγές ή και άλλου είδους μετακινήσεις. 

Ύστερη εποχή του χαλκού Μυκηναϊκός Πολιτισμός     


Ο μεγάλος αριθμός εισηγμένων αγγείων στους ταφικούς περιβόλους των Μυκηνών δείχνει ότι ήδη από την πρώιμη Μυκηναϊκή εποχή οι Μυκηναίοι είχαν εμπορικές συναλλαγές με χώρες της Ανατολικής Μεσογείου, με την Αίγυπτο αλλά και με χώρες της Δύσης. Τα αίτια μιας τόσο ξαφνικής και ευρείας εξάπλωσης του εμπορίου βρίσκονται αφενός στην ενδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας και αφετέρου στην αυξημένη ζήτηση των μετάλλων, τα οποία οι μυκηναίοι ηγεμόνες προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν από τις ξένες αγορές.

Κατά το 14ο και 13ο αιώνα π.Χ. η εξέλιξη της μυκηναϊκής ναυσιπλοΐας και η άνθηση του εμπορίου συντέλεσαν αποφασιστικά στην πλήρη επάρκεια των αγαθών. Την ανάπτυξη της ναυτιλίας και του εμπορίου βοήθησαν και οι διεθνείς συγκυρίες, κυρίως η οικονομική ευημερία της Συρίας και της Παλαιστίνης, με τις οποίες οι Μυκηναίοι ανέπτυξαν από νωρίς εμπορικές σχέσεις και η περίοδος ειρήνης στη Μεσόγειο που εξασφαλιζόταν από το βασίλειο της Αιγύπτου, το οποίο ήταν απασχολημένο εκείνη την εποχή με εσωτερικές μεταρρυθμίσεις. 

 Το διεθνές εμπόριο των Μυκηναίων βρισκόταν αποκλειστικά στη δικαιοδοσία της κεντρικής εξουσίας. Στα κείμενα των ανακτορικών αρχείων δεν υπάρχουν καθόλου μαρτυρίες για την ύπαρξη μιας τάξης εμπόρων. Καθώς δεν υπήρχε ακόμη νόμισμα, το εμπόριο στηριζόταν αποκλειστικά στο σύστημα των ανταλλαγών. Τα προϊόντα εισαγωγής που είχαν γίνει πια απαραίτητα στην οικονομία της μυκηναϊκής Ελλάδας ήταν κυρίως τα μέταλλα, αλλά οι εκλεπτυσμένες προτιμήσεις των ηγεμόνων απαιτούσαν ταυτόχρονα και την εισαγωγή πολύτιμων πρώτων υλών, όπως ο χρυσός, το ελεφαντόδοντο και το ήλεκτρο. Ο χαλκός εισαγόταν από τα μεταλλεία της Κύπρου και της Μέσης Ανατολής. Η αναζήτηση του κασσίτερου, ενός πιο σπάνιου μετάλλου που ήταν απαραίτητο για την παραγωγή του ορείχαλκου, έφερε τους Μυκηναίους μέχρι την Ισπανία, τη Βαλτική ίσως και το Αφγανιστάν. Η ανταλλαγή των υλών αυτών ίσως να γινόταν και στα λιμάνια της Μεσογείου. 

 

Για να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητα του εμπορίου στις ξένες αγορές οι Μυκηναίοι προχώρησαν και στη συστηματική εξαγωγή αγροτικών προϊόντων. Τα κυριότερα ήταν το ελαιόλαδο, το αρωματικό λάδι και το κρασί. Ένα εξαγωγικό προϊόν των Μυκηναίων στην Αίγυπτο θεωρείται η ξυλεία, η οποία ήταν πάντα αναγκαία εκεί λόγω της πλήρους έλλειψης δασών. Μαζί με αυτά τα βασικά είδη εξάγονταν και βιοτεχνικά προϊόντα, όπως όπλα, αγγεία και υφάσματα. Οι ανταλλαγές δεν περιορίζονταν στα προϊόντα, αλλά συχνά αφορούσαν και τους ανθρώπους. Μισθοφόροι στέλνονταν σε στρατιωτικές επιχειρήσεις ξένων χωρών και από εκεί αγοράζονταν συχνά δούλοι.

Μια γλαφυρή εικόνα των ανταλλαγών μέσω του θαλάσσιου δρόμου μάς δίνουν τα ευρήματα δύο ναυαγίων της Ύστερης Χαλκοκρατίας που βρέθηκαν κοντά στη νότια μικρασιατική ακτή, το ναυάγιο του Ulu Burun και αυτό της Χεληδονίας. Το ναυάγιο του Ulu Burun χρονολογείται γύρω στο 14ο αιώνα π.Χ. Το πλοίο θεωρείται ότι ήταν μυκηναϊκό· από τα ερείπιά του ανασύρθηκαν πολλά τάλαντα χαλκού και κασσίτερου αλλά και πολύτιμα αντικείμενα διάφορων ειδών. Το πλοίο που βρέθηκε στις ακτές της Χεληδονίας ναυάγησε γύρω στο 1200 π.Χ. και ήταν μάλλον φοινικικό. Το φορτίο του αποτελούσαν πολλά εξαγωγικά προϊόντα της Ανατολικής Μεσογείου. Ανάμεσα σ΄ αυτά βρέθηκαν πολλά μεταλλικά εργαλεία και τάλαντα χαλκού και κασσίτερου. 

Πηγή: Ίδρυμα Μείζωνος Ελληνισμού