Τοιχογραφία ζευγαριού από την οικία του Τερέντιου Νέου στην Πομπηία, 1ος αι. μ.Χ.
Επί μακρόν θεωρούνταν λανθασμένα πορτρέτο του Πάκιου Πρόκουλου και της
συζύγου του, ενώ στην πραγματικότηα πρόκειται για το πορτρέτο του
αρτοποιού Τερέντιου Νέου και της συζύγου του. Το ζευγάρι, που ανήλθε από
χαμηλά κοινωνικά στρώματα, απεικονίζονται ως λόγιοι κρατώντας στα χέρια
πάπυρο και κερωμένη πλάκα (με τα λογιστικά του αρτοποιείου και του
νοικοκυριού).
Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους (περ. 336 π.Χ.-30 π.Χ.) εντυπωσιακές τοιχογραφίες διακοσμούν ταφικά μνημεία, με τα πιο γνωστά παραδείγματα να εντοπίζονται στους μακεδονικούς τάφους. Στις τοιχογραφίες αυτές εφαρμόστηκαν όλες οι έως τότε γνωστές καινοτομίες στη ζωγραφική με στόχο την αληθοφάνεια και την τρισδιάστατη απόδοση του χώρου. Φωτοσκιάσεις, γυαλάδες, λάμψεις, έντονα και ζωηρά χρώματα, πολλά από τα οποία ήταν σπάνια και υψηλού κόστους, και επιχρυσωμένες επιφάνειες αναδεικνύουν ακόμη περισσότερο τις αναπαραστάσεις με σκηνές βασιλικού κυνηγιού, μαχών, μυθικών συμβάντων κ.ά., ενώ οι μορφές απεικονίζονται στον χώρο σε περίπλοκες στάσεις και το βασικότερο μοιάζουν αληθοφανείς. Σε ορισμένες μάλιστα παραστάσεις παρατηρείται και προοπτική βράχυνση για τη δήλωση του βάθους, γραμμικό σχέδιο που προσδίδει πλαστικότητα στη σάρκα των ανθρώπων και των ζώων, ενώ το χρώμα φαίνεται να λειτουργεί αποτελεσματικά για την απόδοση του όγκου των ενδυμάτων, της στάσης των σωμάτων ή της έντονης κίνησης. Σκοπός των τοιχογραφιών αυτών, που συχνά συνοδεύονταν από ζώνες με παραπληρωματικά θέματα, ήταν να αναδείξουν το μεγαλείο τόσο των ιδιοκτητών των τάφων όσο και της μακεδονικής αυλής γενικότερα, καθώς μέσω των πλούσια διακοσμημένων τάφων τους, επιδείκνυαν τον πλούτο τους.
Οι τοιχογραφίες δεν θα μπορούσαν φυσικά να λείπουν από τις ρωμαϊκές επαύλεις πλούσιων οικογενειών της Ιταλίας. Μάλιστα, προς το τέλος της ελληνιστικής εποχής και κυρίως κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, δηλαδή από τον 1ο αι. π.Χ. κι έπειτα, αναπτύχθηκαν οι τέσσερις ρυθμοί της ελληνορωμαϊκής ζωγραφικής ή αλλιώς οι πομπηιανοί ρυθμοί που διακόσμησαν διαδοχικά τους εσωτερικούς χώρους στις επαύλεις και σε άλλα κτίρια της ύστερης ελληνιστικής περιόδου και των πρώιμων αυτοκρατορικών χρόνων.
Ο Πρώτος ρυθμός, γνωστός και ως Ρυθμός Τοιχοδομίας (περ. 200 π.Χ.-60 π.Χ.), χρησιμοποιεί κονίαμα με σκοπό να αποδώσει ανάγλυφα στοιχεία που μιμούνται τη λιθοδομή και άλλα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά μνημειακών οικοδομημάτων. Τα μέρη της τοιχοποιίας αποδίδονται με διαφορετικά και έντονα χρώματα ενώ μερικές φορές έφεραν και ζωφόρο με παραστάσεις. Αποτελούσε οικονομικότερη εναλλακτική καθώς η διακόσμηση με τα αντίστοιχα μάρμαρα και πολύχρωμους λίθους ήταν αρκετά ακριβή.
Ο Δεύτερος ρυθμός ή αλλιώς Αρχιτεκτονικός (περ. 80 π.Χ.-20 π.Χ.) χαρακτηρίζεται για της σκηνογραφημένες τοιχογραφίες του όπου αποδίδονται εντυπωσιακά και πολύπλοκα αστικά τοπία συχνά χωρίς ανθρώπους ή άλλα έμβια όντα. Θυμίζουν παράθυρα με θέα εφόσον δημιουργούν μια χωρική ψευδαίσθηση μέσω της προοπτικής, των σκιάσεων, των τονικών διαβαθμίσεων και των σύνθετων αλλεπάλληλων επιπέδων με αψίδες, εξώστες, κ.λπ. Επιτυγχάνεται έτσι μια ιλουζιονιστική ψευδαίσθηση της τρίτης διάστασης και το «άνοιγμα» των κλειστών χώρων σε ένα πολυεπίπεδο αρχιτεκτονικό τοπίο.
Ο Τρίτος ρυθμός ή Διακοσμητικός ρυθμός (περ. 20 π.Χ.-40 μ.Χ.) αποκτά καθαρά διακοσμητικό και κυρίως εξωπραγματικό χαρακτήρα και δημιουργεί απίστευτα εκλεπτυσμένα, ονειρικά τοπία φαντασίας που σχεδιάζονται με εξαιρετική ακρίβεια και κομψότητα. Καταργείται η ψευδαίσθηση του δομημένου περιβάλλοντος όχι όμως και η ψευδοαρχιτεκτονική θεματική. Η σκίαση χρησιμοποιείται πλέον σε ελάχιστο βαθμό καθώς η συνολική παραγόμενη εντύπωση βασίζεται στην έντονη αντιπαράθεση μεταξύ αντίθετων και αδιαβάθμητων χρωμάτων. Τα αρχιτεκτονικά στοιχεία έχουν φυτική μορφή ή θυμίζουν λεπτεπίλεπτα κατασκευάσματα όπως κηροπήγια. Τέλος, ο Τέταρτος ρυθμός (περ. 40 μ.Χ.-80 μ.Χ.) συνδυάζει χαρακτηριστικά του Δεύτερου και του Τρίτου ρυθμού όπως την προσπάθεια προσομοίωσης της τρίτης διάστασης και το σχήμα των ανοιχτών τοίχων με μη ρεαλιστικά, φανταστικά αρχιτεκτονικά σχήματα. Το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό όμως αυτού του ρυθμού είναι ότι χρησιμοποιεί ένθετους εικονιστικούς πίνακες αφηγηματικού χαρακτήρα και με εξωτικά τοπία βουκολικού κυρίως χαρακτήρα, τους οποίους τοποθετεί είτε δίπλα δίπλα είτε τον έναν πάνω από τον άλλον στους διακοσμημένους τοίχους, θυμίζοντας έτσι μια πινακοθήκη.
