Τα τέσσερα περίφημα άλογα του Αγίου Μάρκου της Βενετίας. Τα άλογα αυτά, από επιχρυσωμένο μπρούντζο, ανήκαν σε κάποιο τέθριππο της αρχαιότητας και μεταφέρθηκαν ως λάφυρα στις αρχές του 13ου αι. από την Κωνσταντινούπολη στη Βενετία. Η λάμψη τους δεν άφησε αδιάφορους καλλιτέχνες όπως ο Τζιότο και ο Νικόλα Πιζάνο.
Τα γλυπτά χρονολογούνται από την κλασική αρχαιότητα και έχουν αποδοθεί στον αρχαίο Έλληνα γλύπτη του 4ου αιώνα π.Χ Λύσιππο, αν και αυτό δεν είναι ευρέως αποδεκτό. Αν και ονομάζονται μπρούτζινα, η ανάλυσή τους έχει δείξει ότι περιέχουν τουλάχιστον 96,67% χαλκό, και έτσι θα πρέπει να θεωρούνται περισσότερο μη καθαρό κράμα χαλκού παρά μπρούτζου. Η υψηλή περιεκτικότητα σε κασσίτερο είχε αυξήσει την θερμοκρασία του καλουπώματος στους 1200–1300 °C. Ο υψηλής καθαρότητας χαλκός επιλέχθηκε για να επιτευχθεί πιο ικανοποιητική επιχρύσωση με τη τεχνική της χρήσης υδραργύρου.
Είναι βέβαιο ότι τα άλογα μαζί με το τέθριππο με το οποίο αποτελούσαν σύνολο, βρίσκονταν για πολύ καιρό στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης. Μπορεί να ήταν τα "τέσσερα επιχρυσωμένα άλογα που στέκονται πάνω από τον Ιππόδρομου" που"ήρθαν από το νησί της Χίου από το Θεοδόσιο Β΄", όπως αναφέρεται στο έργο του 8ου ή αρχών 9ου αιώνα Παραστάσεις σύντομοι χρονικαί. Βρίσκονταν ακόμα εκεί το 1204, όταν λεηλατήθηκαν από τις Βενετικές δυνάμεις ως μέρος της λεηλασίας της πρωτεύουσας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατά την Τέταρτη Σταυροφορία. Τα κολάρα στα άλογα προστέθηκαν το 1204 για να καλύψουν τα μέρη όπου είχε κοπεί σε κάθε άλογο το κεφάλι, όταν μεταφέρθηκαν από την Κωνσταντινούπολη στη Βενετία. Σύντομα μετά τη Τέταρτη Σταυροφορία, ο Δόγης Ενρίκο Ντάντολο έστειλε τα άλογα στη Βενετία, όπου τοποθετήθηκαν στην πρόσοψη πάνω από την είσοδο της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου το 1254. Ο Πετράρχης τα θαύμαζε.
Το 1797, ο Ναπολέων αφαίρεσε με τη βία τα άλογα από τη Βασιλική και τα μετάφερε στο Παρίσι, όπου ενσωματώθηκαν στο σχεδιασμό της Αψίδας του Θριάμβου του Καρουζέλ μαζί με ένα τέθριππο. Το 1815 τα άλογα επιστράφηκαν στη Βενετία από τον Λοχαγο Dumaresq. Είχε πολεμήσει στη Μάχη του Βατερλό και βρισκόταν με τις συμμαχικές δυνάμεις στο Παρίσι όταν επιλέχθηκε, από τον Αυτοκράτορα της Αυστρίας, να κατεβάσει τα άλογα από την Αψίδα του Θριάμβου και να τα επιστρέψει στην αρχική τους τοποθεσία στη Βενετία. Για την επιδεξιότητα με την οποία επιτέλεσε το έργο του, ο Αυτοκράτορας του χάρισε μια χρυσή ταμπακιέρα με τα αρχικά του γραμμένα με διαμάντια στο καπάκι. Τα άλογα παρέμειναν στη θέση τους στη Βασιλική μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν η συνεχόμενη ζημιά από την ατμοσφαιρική ρύπανση υπαγόρευσε την αντικατάστασή τους με ακριβή αντίγραφα. Από τότε, τα αυθεντικά άλογα εκτίθενται μέσα στη Βασιλική.
Βιβλιογραφία-Δικτυογραφία:
- Βουτυράς, Μ. & Α. Γουλάκη-Βουτυρά. 2011. Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Σελ. 330, εικ. 345.
- Die Pferde von San Marco. 1982. Βερολίνο: Frölich & Kaufmann.
- Wikipedia.

