Ο αρχαιολογικός χώρος κάστρου Χλεμούτσι βρίσκεται στο χωριό Κάστρο του Δήμου Ανδραβίδας–Κυλλήνης της Περιφερειακής Ενότητας Ηλείας, στο δυτικότερο ακρωτήριο της Πελοποννήσου, μεταξύ Κυλλήνης και Λουτρών Κυλλήνης. Το Χλεμούτσι είναι χτισμένο στο ψηλότερο σημείο της περιοχής, στην κορυφή του λόφου Χελωνάτα. Από τη στρατηγική και περίοπτη θέση του δεσπόζει σε όλη την πεδιάδα της Ηλείας, εποπτεύοντας παράλληλα τη νότια Αχαΐα, το Ιόνιο πέλαγος και τις ακτές της Αιτωλοακαρνανίας.
Η ονομασία
Το κάστρο, που χτίζεται εξαρχής από τους Φράγκους, ονομάζεται από τους ιδρυτές του Château Clermont ή Clairmont. Στα ελληνικά ήταν γνωστό ως Χλουμούτζι, ενώ οι Ενετοί το αποκαλούν Castel Tornese. Σήμερα έχει επικρατήσει η ονομασία Χλεμούτσι.
Σχετικά με την προέλευση της ονομασίας του έχουν διατυπωθεί πολλές θεωρίες. Για το όνομα Clermont έχει μεταξύ άλλων υποστηριχτεί ότι προέρχεται από το λατινικό clarus mons (=ονομαστό όρος, λαμπρό βουνό). Στο Χρονικό του Μορέως απαντούν οι τύποι Χλουμούτζι, Χλομούτζι ή Χλουμούτσι. Ο R. Pococke θεωρεί το Χλουμούτζι τουρκικό όνομα, ο Buchon παραμόρφωση του Clermont, ο Wasmer εικάζει ότι έχει σλαβική προέλευση και σημαίνει λόφος / ύψωμα (πρβλ: Χελμός), ενώ ο Δ.Ι. Γεωργακάς κρίνει ότι προέρχεται από την ελληνική λέξη «χλωμός», δηλ. κίτρινος, ωχρός. Ο Α. Χατζής υποστηρίζει ότι το τοπωνύμιο προέρχεται από όνομα οικογένειας, «Χλομούτσης», δηλ. το κτήμα του Χλομούτση. Με δεδομένο ότι η αρχική ονομασία του κάστρου είναι γαλλική και οι ιδρυτές του Γάλλοι, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι το Χλουμούτζι αποτελεί ελληνική παραφθορά του γαλλικού ονόματος, άποψη που αποδέχεται ως επικρατέστερη και ο Bon. Όσον αφορά στην ονομασία Castel Tornese, αυτή συνδέεται άμεσα με το φράγκικο νομισματοκοπείο των τορνεσίων (deniers tournois) του Πριγκιπάτου, το οποίο θεωρήθηκε, λανθασμένα, ότι βρισκόταν εντός του κάστρου.
Ιστορική περιγραφή
Το κάστρο Χλεμούτσι, διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο του σταυροφορικού Πριγκιπάτου της Αχαΐας, υπήρξε το μεγαλύτερο οικοδομικό έργο που εκτέλεσαν οι Φράγκοι στα Βαλκάνια, εξαιρετικό δείγμα φρουριακής σταυροφορικής αρχιτεκτονικής της εποχής της Φραγκοκρατίας στην Πελοπόννησο. Πρόκειται για μία από τις λίγες περιπτώσεις που οι Φράγκοι, αντί να εκσυγχρονίσουν και να ενισχύσουν υφιστάμενες οχυρώσεις με βυζαντινές ή και αρχαιότερες φάσεις, προτιμούν να ιδρύσουν ένα νέο κάστρο. Μεσαιωνικό παλάτι με φρουριακό χαρακτήρα αποτελεί ουσιαστικά ένα «εμφύτευμα» της γαλλικής αρχιτεκτονικής, το οποίο μεταφέρει γαλλικά πρότυπα του 12ου και 13ου αι. στα εδάφη της νότιας Ευρώπης. Παράλληλα όμως αφομοιώνει και επιδράσεις από τα κάστρα της σταυροφορικής Μέσης Ανατολής και, δρώντας ως τοπόσημο με το μέγεθος και την ποιότητά του, ασκεί καταλυτική επίδραση στην τοπική βυζαντινή αρχιτεκτονική παράδοση.
Σύμφωνα με το Χρονικό του Μορέως (στ. 2631–2720), το Χλεμούτσι οικοδομείται μεταξύ 1220 και 1223 από τον Γοδεφρείδο Α’ Βιλλεαρδουίνο, πρώτο ηγεμόνα του Πριγκιπάτου της Αχαΐας. Για να μπορέσει να πραγματοποιήσει την κατασκευή του κάστρου, ο Φράγκος ηγεμόνας έρχεται σε σύγκρουση με τον καθολικό κλήρο της Αχαΐας, παρακρατώντας τις εκκλησιαστικές προσόδους, γεγονός που προκαλεί τον αφορισμό του από τον Πάπα: «Ο πρίγκιπας εχόλιασεν, ώρισε και εκρατήσαν/ όλους τους τόπους και προνοίες ένθα τες εκρατούσαν/ και ουδέν ηθέλησεν ποσώς τίποτε γαρ να επάρη/ από τα δίκαια των προνοίων όλων των εκκλησίων,/ αλλά και ώρισε κι αρχίσασι να χτίζουν το Χλουμούτσι./ Και οι επίσκοποι αφώριζαν τον πρίγκιπα αεννάως» (στ. 2648–2653). Μόλις ολοκληρώθηκε η κατασκευή του, ο Βιλλεαρδουίνος διεμήνυσε στον Πάπα ότι με το Χλεμούτσι ήθελε να προστατεύσει το λιμάνι και τις ακτές από τους σχισματικούς Έλληνες, υπηρετώντας τα συμφέροντα της ρωμαϊκής εκκλησίας. Ο Πάπας πείσθηκε και ανακάλεσε τον αφορισμό, συμφιλιώνοντας τον Βιλλεαρδουίνο με τον κλήρο: «Τρεις χρόνους γαρ εκράτησεν ο πρίγκιπας τους τόπους/ του πριγκιπάτου, σε λαλώ, ολών των εκκλησίων,/ έως και αποπλήρωσε το κάστρον Χλουμουτσίου … Κι ο Πάπας ο αγιώτατος, ως το επληροφορέθη,/ συμπάθειον έστειλεν ευθέως στον πρίγκιπα Ντζεφρόε./ Αφότου είδε ο πρίγκιπας του Πάπα την συμπάθειον,/ χαράς μεγάλας έποικεν και τον Θεόν δοξάζει» (στ. 2654–2656 και 2679–2682).
Τα αρχαιολογικά, ωστόσο, δεδομένα δείχνουν ότι το Χλεμούτσι, παρά τον ομοιογενή χαρακτήρα του, οικοδομείται τον 13ο αιώνα σε τρεις διαδοχικές φάσεις. Η τελική του διαμόρφωση δεν καθορίστηκε τόσο από τον αμυντικό του χαρακτήρα. Με την εξαιρετικά πολυτελή κατασκευή του στόχευε κυρίως να λειτουργήσει ως φρουριακό ανάκτορο και απόλυτο σύμβολο της κυριαρχίας των Φράγκων ηγεμόνων .
Το κάστρο Χλεμούτσι γνωρίζει μεγάλη ακμή κατά τη δυναστεία των Βιλλεαρδουίνων και ειδικότερα κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του Γουλιέλμου Β’ Βιλλεαρδουίνου (1246–1278). Η στρατηγική του θέση ήταν ανέκαθεν το μεγάλο του πλεονέκτημα, επειδή το καθιστούσε πολύτιμο για τις κατακτητικές τους βλέψεις: «Πολλάκις αν εχάσαμεν τον τόπον του Μορέως από το κάστρον Χλουμουτσίου τον θέλομεν κερδίσει» (Χρονικό του Μορέως, στ. 2673–2674).Μετά το θάνατο του Γουλιέλμου Β’ το 1278, ακολουθεί περίοδος αβεβαιότητας και αναταραχών. Οι έντονες διαμάχες για τη διαδοχή στην ηγεμονία καθιστούν το Χλεμούτσι αντικείμενο διεκδικήσεων μεταξύ διαφόρων ευγενών. Αρχικά το κληρονομεί η γυναίκα του Γουλιέλμου Β’, Άννα–Αγνή, κόρη του Μιχαήλ Β’ Κομνηνού Δούκα, Δεσπότη της Ηπείρου. Η μεγαλύτερη ωστόσο διαμάχη ξεσπά το 1313. Η εγγονή του Βιλλεαρδουίνου παντρεύεται τον Λουδοβίκο της Βουργουνδίας ο οποίος, ως Πρίγκιπας της Αχαΐας, διαδέχεται τον Φίλιππο του Τάραντα που είχε πεθάνει χωρίς να αφήσει απογόνους. Τότε όμως η άλλη κόρη του Βιλλεαρδουίνου, Μαργαρίτα, βαρόνη της Άκοβας, παντρεύει την κόρη της με τον Φερδινάρδο της Μαγιόρκας, αρχηγό των Καταλανών, ο οποίος θέτει θέμα διεκδίκησης του Μοριά στο όνομα της γυναίκας του. Για την ενέργειά της αυτή η Μαργαρίτα κατηγορείται για εγκληματική πράξη και προδοσία, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται στο Χλεμούτσι, όπου και πεθαίνει τον Φεβρουάριο του 1315. Ο Φερδινάρδος παρ’ όλα αυτά δεν πτοείται και καταλαμβάνει το Χλεμούτσι, όπου θα παραμείνει μέχρι το 1316, όταν ο Λουδοβίκος της Βουργουνδίας νικά τους Καταλανούς και οι Φράγκοι ανακαταλαμβάνουν το κάστρο.
Στις αρχές του 15ου αιώνα, το Χλεμούτσι περνά στα χέρια του Καρόλου Τόκκου, κόμη της Κεφαλονιάς και Δεσπότη της Ηπείρου, ενώ το 1427 περιέρχεται ειρηνικά ως προίκα στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, μετά το γάμο του με την κόρη του Τόκκου. Ο Παλαιολόγος ορίζει το Χλεμούτσι ως επίσημη έδρα του Δεσποτάτου του Μορέως και χρησιμοποιεί το κάστρο ως στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο για να προετοιμάσει την επίθεσή του στην Πάτρα. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Κωνσταντίνος παραδίδει το Χλεμούτσι στον αδελφό του, Θωμά Παλαιολόγο. Ο τελευταίος θα φυλακίσει εδώ το 1454 τον Giovanni, νόθο γιο του τελευταίου πρίγκιπα της Αχαΐας Ζαχαρία ΙΙ Centurione, ο οποίος είχε επαναστατήσει εναντίον των Βυζαντινών. Το 1460, κατά την εισβολή των Τούρκων στον Μοριά, το Χλεμούτσι καταλαμβάνεται για λογαριασμό τους από τον Αλβανό Zagan Πασά, ενώ το 1620 δέχεται επίθεση και λεηλατείται από τους Ιωαννίτες ιππότες της Μάλτας. Το 1687 καταλαμβάνουν το Χλεμούτσι οι Ενετοί, οι οποίοι το κρατούν στην κατοχή τους ως το 1715, όταν ξαναπερνά στα χέρια των Τούρκων, όπου και παραμένει μέχρι την Επανάσταση του 1821. Την εποχή των Ενετών το κάστρο έχει ήδη χάσει τον σημαντικό του ρόλο στην άμυνα της περιοχής, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την πρόταση του Ενετού μηχανικού Francesco Grimani το 1701 να κατεδαφιστεί το Χλεμούτσι και να χτιστεί ένα νέο φρούριο στη Γλαρέντζα.
Το Χλεμούτσι φαίνεται να παίζει κάποιο ρόλο κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, καθώς από τον πρώτο κιόλας χρόνο (1821) το κυριεύουν οι Έλληνες. Όταν το 1825 ο Ιμπραήμ Πασάς της Αιγύπτου με το στρατό του λεηλατεί την Ηλεία, ο ντόπιος πληθυσμός καταφεύγει στο Χλεμούτσι για να σωθεί. Το κάστρο θα υποστεί σημαντική καταστροφή, όταν ο Ιμπραήμ το κυριεύσει και ανατινάξει ένα μέρος του. Παρ’ όλη τη σημασία και τη σπουδαιότητά του, το κάστρο αφήνεται για μεγάλο διάστημα στη φθορά του χρόνου, αλλά και του ανθρώπου. Οι μεγαλύτερες ίσως καταστροφές που υπέστη δεν προέρχονται τόσο από τους κατά καιρούς κατακτητές του, αλλά από τη λιθολόγηση των ντόπιων. Από την απελευθέρωση και μετά, οι κάτοικοι του χωριού που απλώνεται ακριβώς κάτω από το Χλεμούτσι δεν παύουν να αποσπούν οικοδομικά υλικά για να τα χρησιμοποιήσουν στο χτίσιμο των σπιτιών τους.
Το κάστρο, που χτίζεται εξαρχής από τους Φράγκους, ονομάζεται από τους ιδρυτές του Château Clermont ή Clairmont. Στα ελληνικά ήταν γνωστό ως Χλουμούτζι, ενώ οι Ενετοί το αποκαλούν Castel Tornese. Σήμερα έχει επικρατήσει η ονομασία Χλεμούτσι.
Σχετικά με την προέλευση της ονομασίας του έχουν διατυπωθεί πολλές θεωρίες. Για το όνομα Clermont έχει μεταξύ άλλων υποστηριχτεί ότι προέρχεται από το λατινικό clarus mons (=ονομαστό όρος, λαμπρό βουνό). Στο Χρονικό του Μορέως απαντούν οι τύποι Χλουμούτζι, Χλομούτζι ή Χλουμούτσι. Ο R. Pococke θεωρεί το Χλουμούτζι τουρκικό όνομα, ο Buchon παραμόρφωση του Clermont, ο Wasmer εικάζει ότι έχει σλαβική προέλευση και σημαίνει λόφος / ύψωμα (πρβλ: Χελμός), ενώ ο Δ.Ι. Γεωργακάς κρίνει ότι προέρχεται από την ελληνική λέξη «χλωμός», δηλ. κίτρινος, ωχρός. Ο Α. Χατζής υποστηρίζει ότι το τοπωνύμιο προέρχεται από όνομα οικογένειας, «Χλομούτσης», δηλ. το κτήμα του Χλομούτση. Με δεδομένο ότι η αρχική ονομασία του κάστρου είναι γαλλική και οι ιδρυτές του Γάλλοι, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι το Χλουμούτζι αποτελεί ελληνική παραφθορά του γαλλικού ονόματος, άποψη που αποδέχεται ως επικρατέστερη και ο Bon. Όσον αφορά στην ονομασία Castel Tornese, αυτή συνδέεται άμεσα με το φράγκικο νομισματοκοπείο των τορνεσίων (deniers tournois) του Πριγκιπάτου, το οποίο θεωρήθηκε, λανθασμένα, ότι βρισκόταν εντός του κάστρου.
Ιστορική περιγραφή
Το κάστρο Χλεμούτσι, διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο του σταυροφορικού Πριγκιπάτου της Αχαΐας, υπήρξε το μεγαλύτερο οικοδομικό έργο που εκτέλεσαν οι Φράγκοι στα Βαλκάνια, εξαιρετικό δείγμα φρουριακής σταυροφορικής αρχιτεκτονικής της εποχής της Φραγκοκρατίας στην Πελοπόννησο. Πρόκειται για μία από τις λίγες περιπτώσεις που οι Φράγκοι, αντί να εκσυγχρονίσουν και να ενισχύσουν υφιστάμενες οχυρώσεις με βυζαντινές ή και αρχαιότερες φάσεις, προτιμούν να ιδρύσουν ένα νέο κάστρο. Μεσαιωνικό παλάτι με φρουριακό χαρακτήρα αποτελεί ουσιαστικά ένα «εμφύτευμα» της γαλλικής αρχιτεκτονικής, το οποίο μεταφέρει γαλλικά πρότυπα του 12ου και 13ου αι. στα εδάφη της νότιας Ευρώπης. Παράλληλα όμως αφομοιώνει και επιδράσεις από τα κάστρα της σταυροφορικής Μέσης Ανατολής και, δρώντας ως τοπόσημο με το μέγεθος και την ποιότητά του, ασκεί καταλυτική επίδραση στην τοπική βυζαντινή αρχιτεκτονική παράδοση.
Σύμφωνα με το Χρονικό του Μορέως (στ. 2631–2720), το Χλεμούτσι οικοδομείται μεταξύ 1220 και 1223 από τον Γοδεφρείδο Α’ Βιλλεαρδουίνο, πρώτο ηγεμόνα του Πριγκιπάτου της Αχαΐας. Για να μπορέσει να πραγματοποιήσει την κατασκευή του κάστρου, ο Φράγκος ηγεμόνας έρχεται σε σύγκρουση με τον καθολικό κλήρο της Αχαΐας, παρακρατώντας τις εκκλησιαστικές προσόδους, γεγονός που προκαλεί τον αφορισμό του από τον Πάπα: «Ο πρίγκιπας εχόλιασεν, ώρισε και εκρατήσαν/ όλους τους τόπους και προνοίες ένθα τες εκρατούσαν/ και ουδέν ηθέλησεν ποσώς τίποτε γαρ να επάρη/ από τα δίκαια των προνοίων όλων των εκκλησίων,/ αλλά και ώρισε κι αρχίσασι να χτίζουν το Χλουμούτσι./ Και οι επίσκοποι αφώριζαν τον πρίγκιπα αεννάως» (στ. 2648–2653). Μόλις ολοκληρώθηκε η κατασκευή του, ο Βιλλεαρδουίνος διεμήνυσε στον Πάπα ότι με το Χλεμούτσι ήθελε να προστατεύσει το λιμάνι και τις ακτές από τους σχισματικούς Έλληνες, υπηρετώντας τα συμφέροντα της ρωμαϊκής εκκλησίας. Ο Πάπας πείσθηκε και ανακάλεσε τον αφορισμό, συμφιλιώνοντας τον Βιλλεαρδουίνο με τον κλήρο: «Τρεις χρόνους γαρ εκράτησεν ο πρίγκιπας τους τόπους/ του πριγκιπάτου, σε λαλώ, ολών των εκκλησίων,/ έως και αποπλήρωσε το κάστρον Χλουμουτσίου … Κι ο Πάπας ο αγιώτατος, ως το επληροφορέθη,/ συμπάθειον έστειλεν ευθέως στον πρίγκιπα Ντζεφρόε./ Αφότου είδε ο πρίγκιπας του Πάπα την συμπάθειον,/ χαράς μεγάλας έποικεν και τον Θεόν δοξάζει» (στ. 2654–2656 και 2679–2682).
Τα αρχαιολογικά, ωστόσο, δεδομένα δείχνουν ότι το Χλεμούτσι, παρά τον ομοιογενή χαρακτήρα του, οικοδομείται τον 13ο αιώνα σε τρεις διαδοχικές φάσεις. Η τελική του διαμόρφωση δεν καθορίστηκε τόσο από τον αμυντικό του χαρακτήρα. Με την εξαιρετικά πολυτελή κατασκευή του στόχευε κυρίως να λειτουργήσει ως φρουριακό ανάκτορο και απόλυτο σύμβολο της κυριαρχίας των Φράγκων ηγεμόνων .
Το κάστρο Χλεμούτσι γνωρίζει μεγάλη ακμή κατά τη δυναστεία των Βιλλεαρδουίνων και ειδικότερα κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του Γουλιέλμου Β’ Βιλλεαρδουίνου (1246–1278). Η στρατηγική του θέση ήταν ανέκαθεν το μεγάλο του πλεονέκτημα, επειδή το καθιστούσε πολύτιμο για τις κατακτητικές τους βλέψεις: «Πολλάκις αν εχάσαμεν τον τόπον του Μορέως από το κάστρον Χλουμουτσίου τον θέλομεν κερδίσει» (Χρονικό του Μορέως, στ. 2673–2674).Μετά το θάνατο του Γουλιέλμου Β’ το 1278, ακολουθεί περίοδος αβεβαιότητας και αναταραχών. Οι έντονες διαμάχες για τη διαδοχή στην ηγεμονία καθιστούν το Χλεμούτσι αντικείμενο διεκδικήσεων μεταξύ διαφόρων ευγενών. Αρχικά το κληρονομεί η γυναίκα του Γουλιέλμου Β’, Άννα–Αγνή, κόρη του Μιχαήλ Β’ Κομνηνού Δούκα, Δεσπότη της Ηπείρου. Η μεγαλύτερη ωστόσο διαμάχη ξεσπά το 1313. Η εγγονή του Βιλλεαρδουίνου παντρεύεται τον Λουδοβίκο της Βουργουνδίας ο οποίος, ως Πρίγκιπας της Αχαΐας, διαδέχεται τον Φίλιππο του Τάραντα που είχε πεθάνει χωρίς να αφήσει απογόνους. Τότε όμως η άλλη κόρη του Βιλλεαρδουίνου, Μαργαρίτα, βαρόνη της Άκοβας, παντρεύει την κόρη της με τον Φερδινάρδο της Μαγιόρκας, αρχηγό των Καταλανών, ο οποίος θέτει θέμα διεκδίκησης του Μοριά στο όνομα της γυναίκας του. Για την ενέργειά της αυτή η Μαργαρίτα κατηγορείται για εγκληματική πράξη και προδοσία, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται στο Χλεμούτσι, όπου και πεθαίνει τον Φεβρουάριο του 1315. Ο Φερδινάρδος παρ’ όλα αυτά δεν πτοείται και καταλαμβάνει το Χλεμούτσι, όπου θα παραμείνει μέχρι το 1316, όταν ο Λουδοβίκος της Βουργουνδίας νικά τους Καταλανούς και οι Φράγκοι ανακαταλαμβάνουν το κάστρο.
Στις αρχές του 15ου αιώνα, το Χλεμούτσι περνά στα χέρια του Καρόλου Τόκκου, κόμη της Κεφαλονιάς και Δεσπότη της Ηπείρου, ενώ το 1427 περιέρχεται ειρηνικά ως προίκα στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, μετά το γάμο του με την κόρη του Τόκκου. Ο Παλαιολόγος ορίζει το Χλεμούτσι ως επίσημη έδρα του Δεσποτάτου του Μορέως και χρησιμοποιεί το κάστρο ως στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο για να προετοιμάσει την επίθεσή του στην Πάτρα. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Κωνσταντίνος παραδίδει το Χλεμούτσι στον αδελφό του, Θωμά Παλαιολόγο. Ο τελευταίος θα φυλακίσει εδώ το 1454 τον Giovanni, νόθο γιο του τελευταίου πρίγκιπα της Αχαΐας Ζαχαρία ΙΙ Centurione, ο οποίος είχε επαναστατήσει εναντίον των Βυζαντινών. Το 1460, κατά την εισβολή των Τούρκων στον Μοριά, το Χλεμούτσι καταλαμβάνεται για λογαριασμό τους από τον Αλβανό Zagan Πασά, ενώ το 1620 δέχεται επίθεση και λεηλατείται από τους Ιωαννίτες ιππότες της Μάλτας. Το 1687 καταλαμβάνουν το Χλεμούτσι οι Ενετοί, οι οποίοι το κρατούν στην κατοχή τους ως το 1715, όταν ξαναπερνά στα χέρια των Τούρκων, όπου και παραμένει μέχρι την Επανάσταση του 1821. Την εποχή των Ενετών το κάστρο έχει ήδη χάσει τον σημαντικό του ρόλο στην άμυνα της περιοχής, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την πρόταση του Ενετού μηχανικού Francesco Grimani το 1701 να κατεδαφιστεί το Χλεμούτσι και να χτιστεί ένα νέο φρούριο στη Γλαρέντζα.
Το Χλεμούτσι φαίνεται να παίζει κάποιο ρόλο κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, καθώς από τον πρώτο κιόλας χρόνο (1821) το κυριεύουν οι Έλληνες. Όταν το 1825 ο Ιμπραήμ Πασάς της Αιγύπτου με το στρατό του λεηλατεί την Ηλεία, ο ντόπιος πληθυσμός καταφεύγει στο Χλεμούτσι για να σωθεί. Το κάστρο θα υποστεί σημαντική καταστροφή, όταν ο Ιμπραήμ το κυριεύσει και ανατινάξει ένα μέρος του. Παρ’ όλη τη σημασία και τη σπουδαιότητά του, το κάστρο αφήνεται για μεγάλο διάστημα στη φθορά του χρόνου, αλλά και του ανθρώπου. Οι μεγαλύτερες ίσως καταστροφές που υπέστη δεν προέρχονται τόσο από τους κατά καιρούς κατακτητές του, αλλά από τη λιθολόγηση των ντόπιων. Από την απελευθέρωση και μετά, οι κάτοικοι του χωριού που απλώνεται ακριβώς κάτω από το Χλεμούτσι δεν παύουν να αποσπούν οικοδομικά υλικά για να τα χρησιμοποιήσουν στο χτίσιμο των σπιτιών τους.
Πηγή:ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ
