Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Translate

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Το ενδιαφέρον για τις ελληνικές αρχαιότητες και ο ρόλος του Έλγιν


«Στο  οδοιπορικό μου είχα συχνά την ευκαιρία να μιλήσω για τον λόρδο Ελγίνο. Όπως είπα, του χρωστάμε την καλύτερη γνωριμία της Πνύκας και του τάφου του Αγαμέμνονα. Συντηρεί επίσης ο Ελγίνος στην Ελλάδα κάποιον Ιταλό που επιχειρεί ανασκαφές, και που ανακάλυψε μάλιστα, όσο έμεινα στην Αθήνα, κάποιες αρχαιότητες, που δεν τις είδα. Αλλά ο λόρδος Ελγίνος έχασε τις τιμές για όσα έκαμε με το να λεηλατήσει τον Παρθενώνα. Θέλησε ν' αρπάξει τ’ ανάγλυφα του διαζώματος. Και, για να τα καταφέρει, χρησιμοποίησε Τούρκους εργάτες, που στην αρχή σπάσαν το επιστύλιο, γκρέμισαν τα κιονόκρανα κι ύστερα, αντί να βγάλουν τις μετόπες από τις εγκοπές τους, οι βάρβαροι αυτοί βρήκαν πως θα τέλειωναν πιο γρήγορα σπάζοντας τον θριγκό. Από το Ερεχθείο πήραν τη γωνιαία κολόνα. Έτσι σήμερα ολόκληρο το επιστύλιο έχει ανάγκη να στηριχθεί σε μια πέτρινη κολόνα για να μην καταρρεύσει. Οι Άγγλοι που ήρθαν στην Αθήνα ύστερ' από το πέρασμα του λόρδου Ελγίνου, ελεεινολόγησαν τα ολέθρια αποτελέσματα αυτής της τόσο απερίσκεπτης "φιλοτεχνίας". Μερικοί τον δικαιολογούν λέγοντας πως μας μιμήθηκε. Είν' αλήθεια ότι οι Γάλλοι πήραν αγάλματα κι εικόνες, ποτέ όμως δεν ακρωτηρίασαν τους ναούς για ν' αποσπάσουν τ' ανάγλυφα τους. Μιμήθηκαν μόνο το παράδειγμα των Ρωμαίων, που γύμνωσαν την Ελλάδα από τα γλυπτικά και τα ζωγραφικά της έργα. Τα μνημεία των Αθηνών, αποσπασμένα από τους χώρους για τους οποίους πλάστηκαν, θα χάσουν όχι μονάχα ένα μέρος από την ομορφιά τους τη συνταιριασμένη με το περιβάλλον τους, αλλά και το ίδιο τους το κάλλος αισθητά θα ελαττωθεί. Γιατί μονάχα το λαμπρό φως φανερώνει τη λεπτότητα κάποιων γραμμών και κάποιων χρωμάτων.»(1)

«… περί τα τέλη του Ιουλίου του αυτού έτους των 99 [1799], ο μυλόρδ Έλγκιν, πληρεξούσιος πρέσβυς της Βρετανίας παρά τη οθωμανική Πόρτα, έστειλεν εις Αθήνας τεχνίτας Ρωμάνους και Αναπολιτάνους διά να κατασκάψουν και να ερευνήσουν εις τα ενδόμυχα της γης διά μάρμαρα και κτίρια παλαιά και να κατεβάσουν από τον περίφημον εκείνον ναόν της Αθηνάς εκείνα τα αξιολογώτατα αγάλματα και ανδριάντας, τα οποία έδιδαν θάμβος και έκπληξιν εις όλους τους περιηγητάς. Όσον μεν διά το δεύτερον, δεν τους εδόθη η άδεια.» (2)




«Από το 1801 έως το 1804 τα συνεργεία του Έλγιν δρούσαν στην Ακρόπολη, προκαλώντας σημαντικές ζημίες στα γλυπτά και το ίδιο το μνημείο, αποσπώντας και διαμελίζοντας ένα σημαντικό μέρος (περίπου το ήμισυ) από το σωζόμενο γλυπτό διάκοσμο του Παρθενώνα, μαζί με ορισμένα αρχιτεκτονικά μέλη, όπως ένα κιονόκρανο και ένα σπόνδυλο από κίονα. Σήμερα μεταξύ Αθήνας και Λονδίνου βρίσκονται διαμελισμένα πολλά τμήματα συχνά από το ίδιο γλυπτό.

Από τους 97 σωζόμενους λίθους της ζωφόρου του Παρθενώνα, οι 56 βρίσκονται στο Λονδίνο και οι 40 στην Αθήνα. Από τις 64 σωζόμενες μετόπες, οι 48 βρίσκονται στην Αθήνα και οι 15 στο Λονδίνο. Από τις 28 σωζόμενες μορφές των αετωμάτων, οι 19 βρίσκονται στο Λονδίνο και οι 9 στην Αθήνα.» (3)




«Κατά την περίοδο που μας απασχολεί εδώ (1770-1821) πραγματοποιείται η έκρηξη της ελληνικής αρχαιολογίας. Πλήθος αρχαιόφιλων και κυνηγών αρχαιοτήτων συρρέει στην Ελλάδα από κάθε γωνιά της Ευρώπης, με αποτέλεσμα να πραγματοποιηθούν σημαντικές ανακαλύψεις και να φυγαδευθεί μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ένας μεγάλος αριθμός αρχαιοτήτων. Η πρόσκτηση ελληνικών αρχαιοτήτων αποβαίνει ζήτημα εθνικού κύρους για τις κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών χωρών, οι οποίες επιδεικνύουν τα ελληνικά τους λάφυρα σε ειδικά διαμορφωμένες αίθουσες των υπό σύσταση τότε κεντρικών μουσείων.Οι ελληνικές αρχαιότητες βρίσκονται στο προσκήνιο. Η αρχαιολογία ανδρώνεται σε επιστήμη και οι καλλιεργημένες κοινωνικές ελίτ παρασύρονται σε μια ελληνομανία, που επιδρά όχι μόνο στις πολιτικές, ηθικές και αισθητικές αξίες αλλά διαβρώνει και την καθημερινότητα, καθώς ορίζει το πλαίσιο της καλαισθησίας στη διακόσμηση, την αμφίεση, τη συζήτηση.» (4)



«Βέβαια δεν είναι πάντα εύκολο να καθορισθή η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον θαυμασμό για τον αρχαίο πολιτισμό και στις προσωπικές φιλοδοξίες των ενδιαφερομένων, οι οποίες τους ωθούσαν να καταρτίσουν όσο το δυνατόν πλουσιώτερες συλλογές. Αλλά και ο ζήλος των πρακτόρων τους στάθηκε πολλές φορές ολέθριος για τους αρχαίους θησαυρούς: στην προσπάθεια να ικανοποιήσουν τη συλλεκτική έφεση των εντολέων τους οι πράκτορες έφθαναν συχνά να καταστρέφουν και τα ίδια τα μνημεία.

Αν και μαρτυρούνται παρόμοια περιστατικά στους επόμενους αιώνες, ακόμα και στον 19ο (ας αναφερθούν εδώ τα πολυσυζητημένα ελγίνεια μάρμαρα), δεν είχαν όλες οι αποστολές τα ίδια δυσάρεστα αποτελέσματα. Αντίθετα μάλιστα πρέπει να εξαρθή η αξιόλογη συμβολή στις επιστήμες και στα γράμματα των επίσημων Γαλλικών διπλωματικών Αποστολών. Οι "πρεσβείες", πλαισιωμένες συνήθως από λογίους και καλλιτέχνες, έφερναν πίσω στην πατρίδα τους όχι μόνο πολύτιμες πληροφορίες πολιτικής φύσεως, αλλά και πλούσιο επιστημονικό και καλλιτεχνικό υλικό.» (5)

«Πράγματι, η αρχαιοθηρία προκάλεσε την οργή του Κοραή και του Αθανάσιου Ψαλίδα. Ο Ψαλίδας καυτηρίασε την συμπεριφορά των ξένων: αποκάλεσε τους θηρευτές αρχαιοτήτων τυμβωρύχους και ιερόσυλους και προειδοποίησε ότι θα ερχόταν η ώρα που οι Έλληνες θα ζητούσαν την επιστροφή των έργων. Ο Κοραής, από την πλευρά του, πρότεινε την ίδρυση ενός "Ελληνικού Μουσείου", στην Κωνσταντινούπολη ή την Χίο, το οποίο θα τελούσε υπό την εποπτεία του Πατριάρχη. Σύμφωνα με το σχέδιο λειτουργίας που συνέταξε ο Κοραής (Ακολουθία των Αυτοσχεδίων Στοχασμών, 1807, 155-262), το Μουσείο αυτό θα ήταν ένα είδος εθνικής κεντρικής συλλογής χειρογράφων ελληνικών κειμένων και αρχαιοτήτων. Ειδικά για τις αρχαιότητες, ο Κοραής προέβλεπε ότι οι επιστάτες του Μουσείου όφειλαν να συναθροίζουν και να καταλογογραφούν επιμελώς "αρχαία Ελληνικά νομίσματα, αγγεία, σκεύη, λίθους πολύτιμους, κίονας και στήλας, ή κλάσματα στηλών, όπου ευρίσκονται Ελληνικοί επιγραφαί, και απλώς ό,τι άλλο λείψανον Ελληνικής τέχνης ή ιστορίας ευρέθη…". Σε συγγενές πνεύμα κινείται και το καταστατικό της εν Αθήναις Φιλόμουσου Εταιρείας, το οποίο προέβλεπε ότι ανάμεσα στους σκοπούς της Εταιρείας περιλαμβάνονταν οι "ανακαλύψεις Αρχαιοτήτων, η συλλογή επί λίθων Επιγραφών, Αγαλμάτων τε και Σκευών και ό,τι άλλο προσοχής άξιον". Η ίδρυση Αρχαιολογικού Μουσείου αποτελούσε μία από τις προτεραιότητες της Εταιρείας.» (6)

«Είχα δυο αγάλματα περίφημα, μια γυναίκα κι ένα βασιλόπουλο, ατόφια- φαίνονταν οι φλέβες, τόση εντέλειαν είχαν. […] Τα 'χαν πάρει κάτι στρατιώτες, και εις τ’ Άργος θα τα πουλούσαν κάτι Ευρωπαίων χίλια τάλαρα γύρευαν. […] Πήρα τους στρατιώτες, τους μίλησα: "Αυτά, και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην το καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. Δι’ αυτά πολεμήσαμεν".» (7)

Όταν ο Έλγιν πήρε στα χέρια του το πολυπόθητο φιρμάνι, έβαλε και του το μετέφρασαν στα ιταλικά. (Για να το καταλαβαίνει καλά ο ίδιος; Για να το επιδεικνύει σε κάθε ενδιαφερόμενο;) Το ότι η αγγλική γλώσσα δεν είχε γίνει ακόμη lingua franca εξηγεί λογικά την ανάγκη της μετάφρασής του σε μια άλλη πιο διαδεδομένη σε κύκλους ηγεμονικούς και προξενικούς. Μπορεί επίσης να βρεθούν αρκετές λογικές εξηγήσεις για το πώς χάθηκε το πρωτότυπο στην τουρκική γλώσσα κάπου στη διαδρομή από την Κωνσταντινούπολη στην Αθήνα. (Δύσκολες οι μεταφορές εκείνο τον καιρό και επικίνδυνες– όλο και κάτι μπορούσε να χαθεί ή να κλαπεί. Ίσως και να εξαφανιστεί τεχνηέντως.) Έτσι ο βοεβόδας των Αθηνών χρειάστηκε μεταφραστή. Καλά η άδεια να στήνουν ικρία, να αποτυπώνουν αγάλματα, να μετρούν και να καταγράφουν λείψανα ναών και κτιρίων, να σκάβουν σε θεμέλια ερειπίων για να φέρουν στο φως επιγραφές και ανάγλυφα, εκείνος όμως ο όρος να μην εμποδίζονται να πάρουν qualche pezzi di pietre τι σήμαινε ακριβώς; Επιστρατεύτηκε, λοιπόν, κάποιος ιταλομαθής (ο μέγας καλλιτέχνης Λουζιέρι;) και με τη βοήθεια των πέντε λιρών ημερησίως, που πλήρωνε το συνεργείο για να του επιτρέπεται η είσοδος στον Παρθενώνα, ο βοεβόδας δέχτηκε την ερμηνεία ότι η φράση σήμαινε οποιαδήποτε (κι όχι μερικά) κομμάτια λίθων. Κοντά τετρακόσιοι νοματαίοι, οι περισσότεροι δικοί μας, έφτασαν να δουλεύουν αποσπώντας, μαζεύοντας, συσκευάζοντας, κουβαλώντας «οποιαδήποτε» κομμάτια τούς υποδείκνυε ο Λουζιέρι και οι άξιοι συμπαραστάτες του. (Κι ας λέει ο Σατωβριάνδος ότι ήταν όλοι Τούρκοι. Ένας ρομαντικός δεν ανέχεται εύκολα τη σπίλωση της ιδέας από την πραγματικότητα.) (8)

Βιβλιογραφικές Αναφορές
(1) Chateaubriand F-R. Το ταξίδι στην Ελλάδα, μτφρ. Α. Καραντώνης, Τo Βήμα, Αθήνα 2010, σ.191-192.
(2) Μπενιζέλος Ι., Ιστορία των Αθηνών, τ.Β΄, Εκδοτική Αθηνών - Ίδρυμα Ωνάση, Αθήνα 1986, σ.446.
(3) Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού: http://www.yppo.gr/4/marm/mindex5.jsp.
(4) Τόλιας Γ., «Η Ελληνική αρχαιολογία. Οι αρχαιότητες στο προσκήνιο» στο Παναγιωτόπουλος Β. (επιμ.), Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τ.2, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, σ.157.
(5) Δρούλια Λ., «Στροφή του ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος προς τον Ελληνισμό» στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ.ΙΑ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1975, σ.361.
(6) Τόλιας Γ., «Η Ελληνική αρχαιολογία. Οι αρχαιότητες στο προσκήνιο» στο Παναγιωτόπουλος Β. (επιμ.), Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τ.2, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, σ.173.
(7) Μακρυγιάννης Ι., Απομνημονεύματα, τ.Β΄, Δωρικός, Αθήνα 1992, σ.400.
(8) Θώμας Σκάσσης, Το ρολόι της σκιάς, Πόλις, Αθήνα 2004, σ. 198-199.