Κάποιοι έλεγαν ότι η αιτία που ο Ζήνων στράφηκε στη φιλοσοφία ήταν ένας χρησμός του μαντείου των Δελφών. Ρώτησε τον θεό τι πρέπει να κάνει για να ζήσει μια άριστη ζωή, και η Πυθία τού αποκρίθηκε ότι πρέπει να συναναστρέφεται με τους νεκρούς. Ο Ζήνων έπιασε το υπονοούμενο - ή, τουλάχιστον, έτσι νόμισε. Δεν έγινε γιατρός ούτε νεκροθάφτης, δεν αυτοκτόνησε ούτε έγινε μέντιουμ. Έγινε φιλόσοφος, για να επικοινωνήσει με το πνεύμα και το γράμμα των αρχαίων σοφών.
Κάποιοι άλλοι έλεγαν ότι απλώς ξεπούλησε στην Αθήνα το εμπόρευμα, ή ότι έβγαλε λεφτά δανείζοντας με τόκο από τη μεγάλη περιουσία του, που την υπολόγιζαν στα χίλια τάλαντα.
Ό,τι κι αν έλεγαν, σε ένα συμφωνούσαν: ότι ο Ζήνων μεταστράφηκε στη φιλοσοφία και αφιερώθηκε σε αυτήν. Εξάλλου, από τότε άρεσαν οι εντυπωσιακές ιστορίες που αφηγούνταν τη ριζική μεταστροφή της ζωής κάποιου ξεχωριστού ανθρώπου. Το σημαντικό ήταν ότι ο Ζήνων άφησε μια ζωή που του πρόσφερε πολλά και, καθώς ήταν νέος ακόμη, του υποσχόταν περισσότερα. Ξέκοψε από την καθημερινή ζωή, τον συνηθισμένο τρόπο να βλέπει τα πράγματα και να πράττει, να ασκεί το επάγγελμά του και να ικανοποιεί τις τρέχουσες ανάγκες του. Επέλεξε τον φιλοσοφικό βίο: να ζει μέσα στον κόσμο, αλλά διαφορετικά από τον κόσμο.
ν πραγματικά ο Ζήνων επιδίωξε να έρθει σε ρήξη με τη συμβατικότητα της καθημερινής ζωής, τότε επέλεξε και τον καλύτερο δάσκαλο γι᾽ αυτό, έναν Κυνικό σαν τον Κράτη. Ήταν ένας πλούσιος Θηβαίος που είχε απαρνηθεί την περιουσία του και κατέβηκε στην Αθήνα. Είχε πατήσει τα πενήντα, αλλά ακόμη τριγυρνούσε στους δρόμους και στα στέκια της πόλης, αμφισβητώντας και χλευάζοντας με την παράδοξη συμπεριφορά του και τα περιπαικτικά λόγια του τις συνήθειες και τις αντιλήψεις των Αθηναίων.
Ο Ζήνων κάθησε αρκετά χρόνια κοντά στον Κράτη και κέρδισε πολλά. Κάτι όμως δεν του ταίριαζε απόλυτα, κάτι τον απωθούσε και τον απέτρεπε από το να υιοθετήσει πλήρως τον κυνισμό ως υπόδειγμα φιλοσοφικού βίου.
Είχε σεμνότητα ο Ζήνων, που δεν τον άφηνε να νιώθει άνετα με τη συμπεριφορά του Κράτη· τη θεωρούσε αισχρή. Και όσο ο δάσκαλός του τον έβλεπε συνεσταλμένο τόσο του έκανε καψώνια, για να τον θεραπεύσει, όπως έλεγε, από τις ντροπές. Μια φορά του έδωσε ένα τσουκάλι γεμάτο φακές (μαγειρεμένες άραγε;) να το περάσει μέσα από τον Κεραμεικό. Ο Ζήνων φυσικά δείλιαζε. Το μέρος είχε ως συνήθως πολύ κόσμο: συγγενείς μαζεμένοι στους τάφους, μάστορες στα εργαστήρια, πελάτες πέρα δώθε… Προσπάθησε να κρύψει το τσουκάλι στα ρούχα του και τότε ο Κράτης το χτύπησε με το ραβδί του και το έσπασε. Διπλά ντροπιασμένος ο Ζήνων, με τις φακές να χύνονται πάνω του, το ᾽βαλε στα πόδια κι άκουγε από πίσω του τον Κράτη να τον κοροϊδεύει: «Μικρέ Φοίνικα, τι φεύγεις; Δεν έπαθες και τίποτε!»
Δεν άντεχε ο Ζήνων αυτό τον κυνικό τρόπο θεραπείας: να ξεπερνάς μια αδυναμία σου μέσα από την υπερβολή. Είπαμε (σκεφτόταν) να αψηφούμε την κοινή γνώμη, να ειρωνευόμαστε τις συνήθειες των πολλών, ακόμη και να τους σκανδαλίζουμε· φιλόσοφοι είμαστε, θα κλονίζουμε τις βεβαιότητες του απλού ανθρώπου, για να τον ταρακουνήσουμε, να τον κάνουμε να υποψιαστεί ότι μπορεί να ζήσει καλύτερα και διαφορετικά, να του δείξουμε το δικό μας παράδειγμα. Αλλά για να το πετύχουμε αυτό και για να ζήσουμε κι εμείς μια ευτυχισμένη ζωή, είναι ανάγκη να φτάνουμε σε τέτοιες ακρότητες; Μπορεί να ζούμε διαφορετικά από τον κόσμο, αλλά δεν παύουμε να ζούμε μέσα στον κόσμο.
Λίγο οι σκέψεις αυτές, λίγο ο συγκρατημένος του χαρακτήρας, λίγο η φιλομάθειά του, και ο Ζήνων ξέκοψε από τον Κράτη. Το μέγιστο μάθημα που πήρε ήταν ότι η φιλοσοφία δεν είναι μόνο βιβλία και γράμματα, αλλά κυρίως ένας τρόπος ζωής. Υιοθέτησε για πάντα τη σωκρατική άποψη ότι ο φιλόσοφος έχει ουσιαστικό ρόλο στην κοινωνία, να προτρέπει και να διαπαιδαγωγεί (ἔργῳ καὶ λόγῳ) τους ανθρώπους, και όχι μόνο τους νέους.
Από τον Κράτη κράτησε και κάτι άλλο: να δίνει τσουχτερές απαντήσεις σε αυτούς που τις αξίζουν. Και πρώτα απ᾽ όλα στον παλιό του δάσκαλο. Όταν ο Ζήνων πήγε να μαθητεύσει στον Στίλπωνα, κατέφθασε ο Κράτης και, που λέει ο λόγος, τον τραβούσε από τα ρούχα, για να τον αποσπάσει από τον καινούργιο του δάσκαλο. Ο Ζήνων δεν του χαρίστηκε, παρά τον πρέποντα σεβασμό: «Η επιδέξια λαβή για τον φιλόσοφο είναι από τα αφτιά (λαβὴ φιλοσόφων ἐστὶν ἐπιδέξιος ἡ διὰ τῶν ὤτων). Πείσε με, και θα με τραβάς από αυτά. Αν με πάρεις με το ζόρι, το σώμα μου θα ᾽ναι με σένα, η καρδιά μου όμως με τον Στίλπωνα (τὸ μὲν σῶμα παρὰ σοὶ ἔσται, ἡ δὲ ψυχὴ παρὰ Στίλπωνι)» (Διογένης Λαέρτιος 7.24).
Ο Ζήνων δίπλα στον Στίλπωνα και στον Διόδωρο (της Μεγαρικής Σχολής κι οι δυο) ασκήθηκε καλά στη λογική, και την ικανότητα αυτή την αξιοποίησε αργότερα. Δεν πήγε όμως μόνο σε εκπροσώπους των λεγόμενων Σωκρατικών σχολών. Προχωρημένος στις φιλοσοφικές σπουδές, αλλά πάντα μετριόφρων, πήγε και στην Ακαδημία και μάλιστα παρακολουθούσε τα μαθήματα με μεγάλη προσοχή. Δεν δυσανασχέτησε (ούτε βέβαια και οι γονείς του) που πλησίαζε τα τριάντα και ακόμη σπούδαζε. Ίσως είχε κι αυτός μια ιδέα για τη διά βίου εκπαίδευση. Πάντως, ο σχολάρχης Πολέμων τον πείραζε: «Δεν μου ξεφεύγεις, Ζήνωνα, που τρυπώνεις από τις πόρτες του κήπου και κλέβεις τις ιδέες, ντύνοντάς τες στα φοινικικά.» Η αλήθεια είναι ότι τουλάχιστον τις πλατωνικές ιδέες δεν τις έκλεψε· τις άφησε στον υπερουράνιο τόπο τους να ξεχαστούν. Εντυπωσιάστηκε όμως από τη συνοχή και τη στιβαρότητα της φιλοσοφίας του Πλάτωνα - στοιχεία που θα τα ήθελε και στη δική του φιλοσοφία.
Πάνω από δέκα χρόνια ο Ζήνων μαθήτευσε σε σχολές της Αθήνας και γνώρισε καλά τη σύγχρονή του φιλοσοφία, αλλά και παλαιότερους φιλοσόφους, όπως ο Ηράκλειτος. Αυτή η εξοικείωση ίσως εξηγεί και το ότι ήταν ο πιο «ανοιχτός» φιλόσοφος σε επιδράσεις. Και εκεί που όλα κυλούσαν ήσυχα, ο Επίκουρος έκανε μια τομή στην πνευματική ζωή της πόλης, ανοίγοντας τη δική του εναλλακτική σχολή γύρω στο 306 π.Χ.
Ο Ζήνων καταλάβαινε ότι ο Επίκουρος προσπαθούσε να απαντήσει σε ανησυχίες που και ο ίδιος είχε, να προβάλει και να ασκήσει τη φιλοσοφία ως τρόπο ζωής, αλλά και να συγκροτήσει ένα ολοκληρωμένο φιλοσοφικό σύστημα. Από τη μία, ο Ζήνων πρέπει να ένιωσε έλξη και θαυμασμό, μια και κάποιος έκανε κάτι που και ο ίδιος πίστευε ότι χρειαζόταν. Από την άλλη, πρέπει να ένιωσε φθόνο, γιατί ο Επίκουρος έκανε πριν από τον Ζήνωνα αυτό που θα μπορούσε να είχε κάνει ο Ζήνων.
Βέβαια, ο Ζήνων διαφωνούσε έντονα με τις απαντήσεις του Επίκουρου, και κυρίως με δύο βασικές απόψεις του: ότι τα πάντα αποτελούν σύνθεση από άτομα και ότι το αγαθό και η ευδαιμονία ταυτίζονται με την ηδονή. Με τις θέσεις αυτές ο Επίκουρος πρόσφερε στον Ζήνωνα έναν έτοιμο αντίπαλο και τον βασικό στόχο της πολεμικής του. Αυτό επέδρασε θετικά στον Ζήνωνα: απέναντι σε έναν συγκροτημένο αντίπαλο ασκεί κάποιος (ή είναι υποχρεωμένος να ασκήσει) πιο συστηματική πολεμική, αλλά και συγκροτεί το δικό του σύστημα, ως απάντηση σε όλες τις θέσεις του αντιπάλου. Γιατί θέλει να υπερισχύσει, δείχνοντας ότι η δική του φιλοσοφία απαντά πειστικότερα σε κάθε πρόβλημα - αποτελεί μια ολοκληρωμένη και προτιμότερη πρόταση ζωής. Η διαμάχη γίνεται εντονότερη, όταν οι δύο φιλόσοφοι έχουν κοινό σκοπό, καθώς φιλοδοξούν να δείξουν στους ανθρώπους τον ασφαλή και βέβαιο δρόμο προς την ευτυχία.
Αν ο Επίκουρος «πρόλαβε» τον Ζήνωνα και ίδρυσε τον Κήπο, η κίνησή του αυτή επέδρασε σαν καταλύτης. Υπέδειξε στον Ζήνωνα ποια θα ήταν η δική του επόμενη κίνηση. Και πράγματι, λίγα χρόνια μετά, γύρω στο 301/0 π.Χ., ο Ζήνων (μόλις είχε περάσει τα τριάντα) αισθάνθηκε έτοιμος να παρουσιάσει μια νέα κοσμοθεωρία, εναλλακτική στον Επικουρισμό, τον κύριο αντίζηλο, και χωρίς αναφορά στον Πλάτωνα ή στον Αριστοτέλη.
Μετά την πολύχρονη μαθητεία του, ήρθε η σειρά του να γίνει δάσκαλος. Δεν έχτισε ιδιαίτερο κτίσμα ούτε αγόρασε κάποιο κτήμα - δεν ήταν εξάλλου αθηναίος πολίτης, όπως ο Πλάτων και ο Επίκουρος. Άρχισε να περιφέρεται στην Ποικίλη Στοά της Αγοράς. Η θέα από εκεί ήταν (και παραμένει μέχρι σήμερα) καταπληκτική: μέσα οι πίνακες του Πολύγνωτου, έξω τα δημόσια κτήρια και η Ακρόπολη, και στο βάθος… ο Κήπος.
Ο Ζήνων όμως ήθελε τα μάτια του κόσμου στραμμένα πάνω του, γι᾽ αυτό διάλεξε έναν πολυσύχναστο δημόσιο χώρο· ταυτόχρονα ήθελε να έχει σχετικά λίγους ακροατές, γι᾽ αυτό και όταν δίδασκε έβρισκε κάποια απόμερη γωνιά, για να έχει λίγη ησυχία. Πρόθεσή του δεν ήταν να μαζεύει τα πολυπληθή ακροατήρια του αριστοτελικού Θεόφραστου, που τα ειρωνευόταν, ούτε τους αργόσχολους της Αγοράς, που ήταν ακόμη περισσότεροι. Και μηχανευόταν τρόπους να διώχνει τους περίεργους: τους ζητούσε χρήματα, ώστε να σηκωθούν να φύγουν, ή τους έλεγε ευθέως ότι αν φύγουν δεν θα ενοχλούν. Οι μαθητές του όμως πλήθαιναν και, επειδή σύχναζαν στη Στοά, ονομάστηκαν Στωικοί.
Οι μαθητές που προσκολλήθηκαν στον Ζήνωνα ήταν πολλοί, όσο κι αν έκανε ο ίδιος πως δεν ήθελε. Άλλοι απλοί ακροατές, άλλοι πραγματικοί μαθητές και φίλοι. Άλλοι με φιλοσοφική παιδεία, άλλοι χωρίς. Στη Στοά, χάρη στον διαλεκτικό τρόπο διδασκαλίας, έγιναν ικανοί συζητητές και σταδιακά μάθαιναν να φιλοσοφούν.
Οι αντίπαλοί του, βέβαια, διέδιδαν ότι μάζευε βρωμοκουρελήδες και πλήθος εργατών, φτωχών και ματαιόδοξων. Δεν είναι σίγουρο ότι συγκέντρωνε τους φτωχούς, τουλάχιστον συνειδητά. Είναι όμως σίγουρο ότι, αν ερχόταν στη Σχολή του κάποιος πλούσιος και ξιπασμένος (και στην Αθήνα εκείνης της εποχής μαζεύονταν αρκετοί τέτοιοι), έκανε ό,τι μπορούσε για να τον αποθαρρύνει. Είχε έρθει ένας από τη Ρόδο, όμορφος και καλοντυμένος - κατά τα άλλα μηδενικό (ἄλλως δὲ μηδέν): ο Ζήνων τον έβαζε να κάθεται σε σκονισμένα βάθρα ή δίπλα σε φτωχούς, για να ακουμπάει στα κουρέλια τους. Στο τέλος ο Ρόδιος δεν άντεξε τη δοκιμασία κι έφυγε. Έτσι κι αλλιώς δεν έκανε για στωικός!
Κάποιοι μαθητές του δεν συμφωνούσαν μαζί του. Ο Αρίστων από τη Χίο αυτονομήθηκε, ενώ ο Ήριλλος από την Καρχηδόνα διατύπωσε αντιρρήσεις στις διδασκαλίες του δασκάλου του. Κάποιοι τον πρόδωσαν και στράφηκαν στο αντίπαλο στρατόπεδο των Κυρηναϊκών, όπως ο Διονύσιος από την Ηράκλεια.
Οι περισσότεροι έμειναν κοντά του και μερικοί ξεχώρισαν: ο Περσαίος από το Κίτιο, ο Κλεάνθης από την Άσσο, ο Σφαίρος από τον Βόσπορο, ο Φιλωνίδης από τη Θήβα, ο Κάλλιππος από την Κόρινθο, ο Ποσειδώνιος από την Αλεξάνδρεια, ο Αθηνόδωρος από τους Σόλους, ο Ζήνων από τη Σιδώνα. Ποιο ήταν το χαρακτηριστικό όλων αυτών των μαθητών του Ζήνωνα; Ότι κανείς τους δεν καταγόταν από την Αθήνα! Η πρωτεύουσα μάλλον χρειαζόταν επειγόντως και διαρκώς εισαγωγή ξένων μυαλών.
Από τους μαθητές μου άλλοι είναι φίλοι των λόγων (φιλόλογοι) και άλλοι φίλοι με τα λόγια (λογόφιλοι).
Ζήνων, απόσπ. 300
Ο Ζήνων σκιαγράφησε την εικόνα ενός νέου, όπως ο ίδιος τον φανταζόταν και ίσως θα ήθελε για μαθητή του: «Το πρόσωπό του να ᾽ναι καθαρό· τα φρύδια αρυτίδωτα· τα μάτια ούτε ορθάνοιχτα ούτε μισόκλειστα· ο λαιμός να μη γέρνει προς τα πίσω· τα μέλη του κορμιού να μην είναι άτονα αλλά ευθυτενή· το αφτί ορθωμένο, πρόθυμο να δεχθεί τον λόγο· η κορμοστασιά και οι κινήσεις του να μην δίνουν ελπίδα στους ακόλαστους. Η σεμνότητα και η αρρενωπότητα να ανθίζουν πάνω του» (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Παιδαγωγός 3.11.74). Δεν αναζητούσε απλώς την εξωτερική ομορφιά ο Ζήνων, αλλά τη σωματική γοητεία που φανερώνει «φυσική προδιάθεση για την αρετή».
Αγαπημένος μαθητής του Ζήνωνα ήταν ο Περσαίος, ίσως επειδή καταγόταν κι αυτός από το Κίτιο. Ο Ζήνων τον θεωρούσε τόσο ικανό ώστε, όταν ο βασιλιάς Αντίγονος Γονατάς τον προσκάλεσε στην Πέλλα, έστειλε τον Περσαίο στη θέση του. Ο μαθητής του ανέλαβε την ανατροφή του γιου του Αντίγονου και έγινε για ένα διάστημα και άρχοντας στην Κόρινθο.
Άλλον αγαπούσε ο Ζήνων κι άλλον έκανε διάδοχο στη διεύθυνση της Σχολής, έναν σχεδόν συνομήλικό του, τον Κλεάνθη. Ήταν πρώην πυγμάχος, που πάμφτωχος έφτασε στην Αθήνα και συνέχισε να μην υπολογίζει τα χρήματα· που έγινε στα πενήντα του μαθητής του Ζήνωνα και έμεινε άλλα τόσα πιστός στη Στοά· που δεν μπορούσε να αγοράσει χαρτί και αναγκαζόταν να κρατά σημειώσεις από τα μαθήματα πάνω σε όστρακα και σε κόκκαλα από ωμοπλάτες βοδιών. Κανείς δεν τον θεωρούσε σπουδαίο μυαλό, φημιζόταν για τη βραδύτητά του, κατηγορήθηκε για δειλία. Κανείς δεν αρνιόταν όμως την εργατικότητά του και την αφοσίωσή του σε ό,τι έκανε.
Ο Κλεάνθης, με το αθλητικό κορμί που όλοι θαύμαζαν, δεν αντιδρούσε βίαια, αλλά σιωπηλός ανεχόταν τις ύβρεις, και στο τέλος κέρδιζε τον θαυμασμό και για το ήθος του. Όταν τον έλεγαν γάιδαρο, απαντούσε ότι γι᾽ αυτό μπορούσε μόνος του να κουβαλά το φορτίο του Ζήνωνα. Και αυτό αποδείχθηκε όταν ο Ζήνων, ανάμεσα σε τόσους μαθητές, τον επέλεξε για Σχολάρχη της Στοάς. Γιατί εκείνο που πραγματικά χρειαζόταν η Στοά ήταν να κρατηθεί και να διατηρηθεί πιστά η διδασκαλία του Ζήνωνα, μέχρι ίσως να έρθει ο προικισμένος διάδοχος που θα τη συνέχιζε προς νέες κατευθύνσεις - όπως και έγινε. Ο Κλεάνθης ήταν αυτό που είχε πει ο δάσκαλός του: «σαν σκληρό πινάκιο· δύσκολα γράφουμε πάνω του, αλλά ό,τι γράψουμε διατηρείται.»