Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Translate

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2024

Ο Ναός του Δαφνηφόρου Απόλλωνα στην Ερέτρια


 Στην εύφορη πεδιάδα, που πλαισιώνεται από τους λόφους Βουδόχη στα δυτικά και Ζερβούνι στα ανατολικά, νοτιοδυτικά της Χαλκίδας και απέναντι από τον αττικό Ωρωπό, βρίσκεται η Ερέτρια, η «κωπηλάτις πόλις» των αρχαίων (αφού το όνομά της προέρχεται από το ρήμα ερέττω, δηλαδή κωπηλατώ). Η Ερέτρια ήταν σπουδαία ναυτική δύναμη της Ελλάδας ήδη από τον 8ο αι. π.Χ., με πολλές αποικίες στις ακτές του Αιγαίου, στα νησιά και στη Μεγάλη Ελλάδα.

Τα αρχαιότερα ίχνη κατοίκησης στην περιοχή χρονολογούνται στα τέλη της νεολιθικής εποχής και περιορίζονται μόνο σε θραύσματα κεραμικής, που δε σχετίζονται με οικοδομικά λείψανα, αλλά δείχνουν επαφές των κατοίκων της περιοχής με το Αιγαίο και το Βορρά. Κατά την πρωτοελλαδική και μεσοελλαδική περίοδο ο οικισμός, από τον οποίο σώζονται ελάχιστα οικοδομικά λείψανα, αναπτύχθηκε στην περιοχή μεταξύ του ναού του Δαφνηφόρου Απόλλωνα και της αγοράς της μεταγενέστερης πόλης, αλλά και επάνω στην ακρόπολη. Σημαντικό εύρημα αποτελεί ένας κεραμικός κλίβανος, που αποδεικνύει την ύπαρξη βιοτεχνικών εγκαταστάσεων μέσα στον οικισμό. Τα λιγοστά ευρήματα των μυκηναϊκών χρόνων υποδεικνύουν το υψηλό βιοτικό επίπεδο των κατοίκων, που επιβεβαιώνεται και από την αναφορά των Ερετριέων στον κατάλογο νηών του Ομήρου, αν και δεν φαίνεται ότι στην περίοδο αυτή η Ερέτρια ήταν σημαντικό κέντρο.

Από τον 8ο αι. π.Χ. η Ερέτρια άρχισε να αποκτά αστικό χαρακτήρα. Η μυκηναϊκή οχυρωμένη ακρόπολη χρησιμοποιήθηκε για την εγκατάσταση των ιερών και ο κεντρικός πυρήνας της πόλης μεταφέρθηκε στην αγορά, που βρισκόταν νοτιότερα. Η Ερέτρια συμμετείχε ενεργά στον Α΄ αποικισμό των Ελλήνων, ιδρύοντας αποικίες στο Βορρά (Παντικάπαιον και Φαναγόρεια στην Κριμαία), αλλά και στη Δύση (ίδρυση των Πιθηκουσών στην Ιταλία και εποικισμός της Κέρκυρας) και εξελίχθηκε σε σημαντικό εμπορικό κέντρο, που είχε επαφές με την ανατολική Μεσόγειο, όπως δείχνει η ερετριακή κεραμική που βρέθηκε στις ακτές της Μικράς Ασίας, στις συροφοινικικές ακτές και στην Κύπρο. Η επέκταση της Ερέτριας προς όλες τις κατευθύνσεις ανησύχησε τη Χαλκίδα, και οδήγησε τις δύο πόλεις στο γνωστό Ληλάντιο πόλεμο (Ηρόδ., 5.99 και Θουκ., 1.15.3).

Παρά την κακή έκβαση του Ληλαντίου πολέμου, η άνθηση της πόλης συνεχίσθηκε και στην αρχαϊκή περίοδο και η Ερέτρια συμμετείχε ενεργά και στο Β΄ αποικισμό. Στο γ΄ τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. έκοψε δικά της νομίσματα, ενώ στα τέλη του 6ου αι. το πολίτευμά της έγινε δημοκρατικό και η ανάπτυξή της γνώρισε νέα ώθηση. Το 494 π.Χ. βοήθησε τη Μίλητο στην εξέγερσή της εναντίον των Περσών (Ηρόδ., 6.99, 7.101, Στράβ. 3.448.5, Παυσ., 7.10.2), γεγονός που οδήγησε στην καταστροφή της από τους Δάτη και Αρταφέρνη τέσσερα χρόνια αργότερα, το 490 π.Χ. Έλαβε μέρος στο πλευρό των Ελλήνων στη ναυμαχία του Αρτεμισίου και στις συγκρούσεις της Σαλαμίνας και των Πλαταιών. Συμμετείχε στην Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία, αλλά το 411 π.Χ. αποτίναξε την αθηναϊκή ηγεμονία και ανέκαμψε οικονομικά. Τότε ενισχύθηκε το τείχος που προστάτευε την πόλη, οικοδομήθηκαν νέες κατοικίες και μεγαλοπρεπή δημόσια κτίσματα, όπως η δυτική πύλη και το θέατρο. Κατά τον 4ο αι. π.Χ. η πόλη κυβερνήθηκε από τυράννους, που άλλοτε ακολουθούσαν φιλοαθηναϊκή και άλλοτε φιλοθηβαϊκή πολιτική.

Το 338 π.Χ. μετά την μάχη της Χαιρώνειας η Ερέτρια βρέθηκε υπό την κυριαρχία των Μακεδόνων και στην πόλη ξεκίνησε μια νέα περίοδος άνθησης, οικονομικής και πολιτιστικής. Τα τείχη επισκευάσθηκαν και διευρύνθηκαν, κτίσθηκαν πολλά ιδιωτικά και δημόσια κτήρια, αναπτύχθηκαν εργαστήρια κοροπλαστικής και το θέατρο απέκτησε την τελική του μορφή. Τότε οικοδομήθηκαν το άνω γυμνάσιο και το στάδιο, καθώς και ακόμη ένα γυμνάσιο ή παλαίστρα κοντά στο λιμάνι, που πιθανόν περιλάμβανε και ναό της Ειλειθυίας. Η αγορά πλαισιώθηκε από στοές στις τέσσερις πλευρές της και εμπλουτίσθηκε με πλήθος μνημείων, με κυριότερο τη θόλο, ιερά και κρηναία κτίσματα. Στην Ερέτρια έζησαν ο ζωγράφος Φιλόξενος, που φιλοτέχνησε τον ζωγραφικό πίνακα με τη μάχη της Ισσού, ο τραγικός ποιητής Αχαιός, ο φιλόσοφος Μενέδημος, ιδρυτής της Ερετριακής Σχολής, ενώ εδώ διέμειναν για ένα διάστημα και οι Μακεδόνες βασιλείς Κάσσανδρος, Δημήτριος Πολιορκητής και Αντίγονος Γονατάς. Το 198 π.Χ. η πόλη κυριεύθηκε και καταστράφηκε από τους Ρωμαίους και από τότε ξεκίνησε η παρακμή της. Το 87 π.Χ. συμμάχησε με το βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη εναντίον των Ρωμαίων, οι οποίοι την κατέστρεψαν για δεύτερη φορά ένα χρόνο αργότερα. Η πόλη εγκαταλείφθηκε και σταδιακά ερημώθηκε.

Πληροφορίες για την αρχαία Ερέτρια στα νεότερα χρόνια έδωσε πρώτος ο Κυριακός από την Αγκώνα το 1436, ο οποίος σχεδίασε τις αρχαιότητες του χώρου. Αργότερα και άλλοι ξένοι περιηγητές επισκέφθηκαν την περιοχή και έδωσαν πληροφορίες για την αρχαία πόλη (Coronelli, W.M. Leake, R. Cockerell, L. Ross). Οι πρώτες ανασκαφές στο χώρο έγιναν από το Χρ. Τσούντα το 1885 και από την Αμερικανική Αρχαιολογική Σχολή κατά την περίοδο 1891-1895. Ο Κ. Κουρουνιώτης και λίγο αργότερα ο Ι. Παπαδάκης συνέχισαν την ανασκαφική έρευνα, ενώ από τις αρχές του 20ού αιώνα τις ανασκαφές ανέλαβαν η Αρχαιολογική Υπηρεσία και η Αρχαιολογική Εταιρεία. Από το 1962 το δυτικό τομέα της πόλης με το ναό του Δαφνηφόρου Απόλλωνα ανασκάπτει η Ελβετική Αρχαιολογική Σχολή.

 


Ο ναός του Δαφνηφόρου Απόλλωνα είναι το σημαντικότερο και πιο γνωστό μνημείο της Ερέτριας. Μαζί με τον περίβολό του αποτελούσε το ιερό τέμενος του Απόλλωνα, το θρησκευτικό κέντρο και το βασικό χώρο λατρείας της αρχαίας πόλης, που βρισκόταν στον κεντρικό πυρήνα της, βορειότερα της αγοράς. Σύμφωνα με τον ομηρικό ύμνο για τον Απόλλωνα, όταν ο θεός αναζητούσε θέση για να ιδρύσει το μαντείο του, έφθασε και στο Ληλάντιο πεδίο. Ο πρώτος ναός χρονολογείται στα γεωμετρικά χρόνια και πιθανόν βρισκόταν κοντά στο λιμάνι, καθώς η θάλασσα τότε έφθανε μέχρι την περιοχή της αγοράς. Πρόκειται για εκατόμπεδο αψιδωτό κτίσμα, το αρχαιότερο αυτής της μορφής από όσα αναφέρει ο Όμηρος και λίγο μεταγενέστερο από τον εκατόμπεδο ναό του Ηραίου της Σάμου. Δίπλα του, στο νότιο τμήμα, αποκαλύφθηκε ένα άλλο αψιδωτό κτίσμα, το αρχαιότερο στην Ερέτρια, το λεγόμενο Δαφνηφόριο (7,5 x 11,5 μ.), που συνδέεται με την πρώιμη λατρεία του Απόλλωνα στους Δελφούς. Στο κέντρο του οικοδομήματος αυτού διατηρήθηκαν οι πήλινες βάσεις, στις οποίες στηρίζονταν οι κορμοί δάφνης που στερέωναν τη στέγη. Στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. οικοδομήθηκε πάνω στο γεωμετρικό, ένας δεύτερος εκατόμπεδος ναός, μετά από επιχωμάτωση και δημιουργία ενός ισχυρού ανδήρου. Ο ναός αυτός διέθετε ξύλινους κίονες, 6 στις στενές και 19 στις μακρές πλευρές, αλλά και αυτός επιχώθηκε, για να οικοδομηθεί ο νέος, ο επιφανέστερος από όλους τους ναούς της πόλης.

Η κατασκευή του ξεκίνησε στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. (520-490 π.Χ.) και πιθανόν να μην είχε ακόμη ολοκληρωθεί, όταν η πόλη καταστράφηκε από τους Πέρσες το 490 π.Χ. Ήταν δωρικός περίπτερος με 6 x 14 κίονες, κτισμένος από πωρόλιθο και μάρμαρο. Διέθετε πρόδομο και οπισθόδομο με δύο κίονες εν παραστάσι και ο σηκός του χωριζόταν σε τρία κλίτη με δύο εσωτερικές κιονοστοιχίες. Μετά την καταστροφή της πόλης από τους Πέρσες ο ναός επισκευάσθηκε και συνέχισε να λειτουργεί, όμως, καταστράφηκε και πάλι το 198 π.Χ. από τους Ρωμαίους, γεγονός που σηματοδότησε τη σταδιακή εγκατάλειψη και ερείπωσή του μέχρι τον 1ο αι. π.Χ. Δυστυχώς, το μεγαλύτερο τμήμα των αρχιτεκτονικών μελών του ναού αλλά και άλλων ιερών της πόλης επαναχρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό και από την ανωδομή του μνημείου έχουν διασωθεί μόνο ορισμένοι σπόνδυλοι, θραύσματα κιονοκράνων και τριγλύφων. Από το θαυμάσιο γλυπτό διάκοσμό του σώζονται τμήματα της ανάγλυφης παράστασης που κοσμούσε το δυτικό αέτωμα, όπου εικονιζόταν η Αμαζονομαχία, συνηθισμένη παράσταση στην εικονογραφία της εποχής. Κεντρική θέση είχε η Αθηνά, από την οποία σώζεται ο κορμός με το γοργόνειο στο στήθος, ενώ εξαιρετικής τέχνης είναι και το σύμπλεγμα του Θησέα με την Αντιόπη, που χαρακτηρίζεται από ευαισθησία και απαλότητα στους όγκους, εσωτερική δύναμη και σαφήνεια, παρά τη διακοσμητική τάση στην κόμμωση των μορφών και στις πτυχές των ενδυμάτων τους. Στα γλυπτά αυτά έχουν παγιωθεί πλέον οι κανόνες της αρχαϊκής πλαστικής και την απόδοση των μορφών διακατέχει μια νέα πνοή, η οποία θα οδηγήσει στον ιδεαλισμό και στη δύναμη της κλασικής τέχνης. Η συνολική παράσταση μπορεί να συμπληρωθεί με άρματα δεξιά και αριστερά της Αθηνάς, στο ένα από τα οποία θα επέβαινε ο Θησέας με την Αντιόπη, και στο άλλο ίσως επέβαινε ο Ηρακλής, ενώ η σκηνή πρέπει να έκλεινε με μαχόμενες αμαζόνες και νεκρό πολεμιστή. Στο ανατολικό αέτωμα ίσως παριστανόταν η Γιγαντομαχία. Οι λεπτομέρειες στα πρόσωπα και στα ενδύματα των μορφών αποδίδονταν με χρώμα, προσδίδοντας ζωντάνια στην παράσταση. Στη Ρώμη εντοπίσθηκαν τμήματα γλυπτών, που πιστεύεται ότι ανήκουν μάλλον στην κατασκευή του ναού μετά την περσική καταστροφή (πολεμιστής, Αμαζόνα και κορμός Αθηνάς). Στο χώρο σήμερα είναι ορατά μόνο τα θεμέλια του υστεροαρχαϊκού ναού, καθώς και τα λείψανα των γεωμετρικών ναών που αποκαλύφθηκαν στα κατώτερα στρώματα.

Οι ναοί του Δαφνηφόρου Απόλλωνα ανασκάφηκαν μεταξύ των ετών 1899-1910 από τον Κ. Κουρουνιώτη. Έρευνες έγιναν επίσης από την Ι. Κωνσταντίνου και από την Ελβετική Αρχαιολογική Σχολή.


 Εντυπωσιακό γλυπτό σύμπλεγμα, που διακοσμούσε το δυτικό αέτωμα του αρχαϊκού ναού του Δαφνηφόρου Απόλλωνα και αποτελεί εξαίρετο έργο τέχνης της υστεροαρχαϊκής περιόδου. Εικονίζεται η αρπαγή της βασίλισσας των Αμαζόνων, Αντιόπης, από το βασιλιά της Αθήνας, Θησέα. Το αέτωμα συμπληρωνόταν από την κεντρική μορφή της Αθηνάς και από άλλες μαχόμενες αμαζόνες. Συγχώνευση των μορφών, απαλότητα στους όγκους, εσωτερική δύναμη που μεταφράζεται σε περιστροφή των σωμάτων με ανάπτυξη των μυών (Θησέας) αλλά και διακοσμητικές τάσεις, ιδιαίτερα στην κόμμωση και στον πολύπτυχο μανδύα του Θησέα, δημιουργούν μία δυνατή σύνθεση, η οποία ξεφεύγει από τους κάθετους άξονες της αρχαϊκής τέχνης. Το έργο συνδέεται, πιθανώς, με το γνωστό Αθηναίο γλύπτη Αντήνορα.

 

 

 

Πηγή:ΟΔΥΣΣΕΥΣ