Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς κατασκευάστηκε για πρώτη φορά το γυαλί, ίσως την 3η ή 2η χιλιετία π.Χ. Είμαστε όμως βέβαιοι ότι αυτό συνέβη στην ευρύτερη περιοχή της Μεσοποταμίας και ήταν αποτέλεσμα μακρόχρονης εμπειρίας. Στο Αιγαίο το γυαλί εμφανίζεται στα μυκηναϊκά ανάκτορα γύρω στο 1500 π.Χ. και παραμένει δημοφιλές μέχρι το τέλος της αρχαιότητας.
Φυσικά υλικά με ιδιότητες όπως η διαφάνεια και οι έντονοι χρωματισμοί ήταν ίσως τα πρότυπα για την κατασκευή του πρώτου γυαλιού:
Οψιανός: Ηφαιστειακό γυαλί μαύρου χρώματος που
εξορύσσεται από ελάχιστες πηγές στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Στο
Αιγαίο βρίσκεται στη Μήλο και στη νησίδα Γυαλί, κοντά στη Νίσυρο.
Χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα στη νεολιθική εποχή (περίπου 6000-4000 π.Χ.)
για την κατασκευή λεπίδων.
Ορεία κρύσταλλος: Σπάνιο είδος χαλαζία με διαφάνεια και
ιριδισμούς. Οι κύριες πηγές του βρίσκονται στην Ινδία και στις Άλπεις.
Στην αρχαιότητα ήταν περιζήτητο για την κατασκευή πολυτελών
αντικειμένων.
Κεχριμπάρι: Ρητίνη που προέρχεται από ορισμένα είδη
κωνοφόρων και φυλλοβόλων δέντρων και απολιθώνεται κάτω από συγκεκριμένες
συνθήκες. Προέρχεται κυρίως από τη Βαλτική. Χαρακτηρίζεται από
διαφάνεια και ποικίλες αποχρώσεις του κίτρινου και του καστανού
(περιοδική έκθεση με τίτλο «Η μαγεία του κεχριμπαριού: φυλαχτά και κοσμήματα από τη Μεγάλη Ελλάδα και τη Μακεδονία»
φιλοξενείται στην αίθουσα Ιουλία Βοκοτοπούλου του Αρχαιολογικού
Μουσείου Θεσσαλονίκης, από τις 2 Ιουλίου 2009 έως τις 15 Φεβρουαρίου
2010).
Αιματίτης: Ημιπολύτιμος λίθος με χρώμα μεταλλικό γκρι, κοκκινωπό ή καφετί. Η ονομασία του προέρχεται από την ελληνική λέξη αίμα, λόγω του χρώματος της σκόνης του. Ορισμένοι αιματίτες εμφανίζουν στην επιφάνειά τους ιριδισμούς.
Λαζουρίτης: Ημιπολύτιμος λίθος, γνωστός και ως λάπις
λάζουλι. Είναι εύθραυστος, με χρώμα βαθύ μπλε προς το ιώδες και έχει
υαλώδη λάμψη. Βρίσκεται σε πολλά μέρη της γης.
Υαλώδεις ύλες πριν από το γυαλί
Πριν από το γυαλί είχαν επινοηθεί άλλες υαλώδεις ύλες.
Παρασκευάζονταν από τα ίδια βασικά συστατικά με το γυαλί αλλά σε
διαφορετικές αναλογίες και ακολουθώντας άλλες τεχνικές διαδικασίες.
Μερικές από αυτές ήταν:
Φαγεντιανή: Ύλη για την κατασκευή πολύτιμων
αντικειμένων. Είχε ισότιμη θέση δίπλα στο χρυσό και το ελεφαντόδοντο στα
ανάκτορα και τους τάφους βασιλέων και αξιωματούχων.
Αιγυπτιακό κυανό: Χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή μικροαντικειμένων και ως χρωστική ουσία.
Υάλωμα: Επικάλυπτε αντικείμενα από λίθο ή φαγεντιανή.
Τα βασικά συστατικά του γυαλιού και των άλλων υαλωδών υλών είναι τα ακόλουθα:
– Χαλαζιακή άμμος (διοξείδιο του πυριτίου – SiO2) 73,7%
– Σόδα (ανθρακικό νάτριο – Νa2CO3) 16%
– Ασβεστόλιθος (ανθρακικό ασβέστιο – CaCO3) 5,2%
– Μαγνησίτης ή Λευκόλιθος (ανθρακικό μαγνήσιο – MgCO3) 3,6%
– Αλουμίνα (οξείδιο του αργιλίου – Al2O3) 1%
– Ποτάσα (οξείδιο του καλίου – Κ2O) 0,5%
Κυριότερες τεχνικές κατασκευής των γυάλινων αντικειμένων
– Τεχνική του πυρήνα (6ος-1ος π.Χ.)
Το σκεύος κατασκευάζεται με την τοποθέτηση στρωμάτων
παχύρρευστου γυαλιού πάνω σε συμπαγή πυρήνα, ο οποίος έχει στερεωθεί στο
άκρο μεταλλικής ράβδου. Στη συνέχεια η ράβδος εισάγεται στο άνοιγμα του
κλιβάνου ώστε το γυαλί να λιώσει και να καλύψει τον πυρήνα.
– Περιέλιξη
Το ρευστό γυαλί περιστρέφεται γύρω από το άκρο μιας μεταλλικής
ράβδου. Το σχήμα και η επιφάνεια του αντικειμένου διαμορφώνονται με τη
χρήση λαβίδων. Με την τεχνική αυτή κατασκευάζονται κυρίως περίαπτα και
χάντρες.
– Χύτευση
Η τεχνική αυτή προϋποθέτει τη χρήση μήτρας, όπου μορφοποιείται
το παχύρρευστο γυαλί. Την προτιμούν για την κατασκευή σκευών και
κοσμημάτων με ανάγλυφη διακόσμηση.
– Περιστροφική εμπίεση
Τα σκεύη διαμορφώνονται με εμπίεση υαλόμαζας σε μήτρα που είναι στερεωμένη σε τροχό κεραμικής.
– Κάμψη
Ένας θερμός και εύπλαστος δίσκος γυαλιού τοποθετείται σε μήτρα ή
σε κάποια άλλη κυρτή επιφάνεια. Ο τεχνίτης κάμπτει τη μάζα του γυαλιού
και δίνει την επιθυμητή φόρμα. Αυτή η τεχνική εφαρμόζεται για την
κατασκευή σκευών ανοιχτού σχήματος.
– Εμφύσηση (μέσα 1ου αι. π.Χ. μέχρι σήμερα)
Επαναστατική τεχνική που επινοήθηκε περίπου στα μέσα του 1ου αι. π.Χ. στην Εγγύς Ανατολή ή στην Ιταλία.
Ο τεχνίτης με τη βοήθεια φυσητήρα παίρνει από το καμίνι βώλο ρευστού
γυαλιού. Φυσάει από το άλλο άκρο του φυσητήρα, ώστε να διογκωθεί ο βώλος
και να δημιουργηθεί αρχικά μια φούσκα. Το σκεύος αποκτάει φόρμα με τη
φυγόκεντρο δύναμη, που αναπτύσσεται με την ταλάντευση του φυσητήρα, και
με τη βοήθεια διάφορων εργαλείων.
– Εμφύσηση σε μήτρα
Η τελική μορφοποίηση ή διακόσμηση ενός φυσητού σκεύους γίνεται με τη βοήθεια μήτρας.
Η παραγωγή του γυαλιού
Η παραγωγή του γυαλιού γινόταν σε δύο στάδια, την υαλοποιία και την υαλουργία.
Στο πρώτο στάδιο, την υαλοποιία, γινόταν η ανάμειξη και το λιώσιμο (σύντηξη) των πρώτων υλών και η παραγωγή μεγάλων όγκων γυαλιού, των υαλοπλίνθων.
Τα εργαστήρια συνήθως βρίσκονταν σε παραθαλάσσιες περιοχές. Έτσι εξασφαλιζόταν η προμήθεια της άμμου.
Οι κλίβανοι (φούρνοι) ήταν ορθογώνιοι, πλινθόκτιστοι και είχαν μια
δεξαμενή τήξης των πρώτων υλών. Εκεί σχηματίζονταν οι υαλόπλινθοι. Η
διαδικασία της υαλοποιίας διαρκούσε 10-15 ημέρες με θερμοκρασία γύρω
στους 1100o C. Κάθε κλίβανος χρησιμοποιούνταν μόνο μία φορά και έπειτα καταστρεφόταν.
Με τα υλικά δομής του έφτιαχναν έναν καινούργιο κλίβανο.
Οι υαλόπλινθοι αποτελούσαν στη συνέχεια αντικείμενο εμπορίου με τελικό προορισμό τα εργαστήρια υαλουργίας.
Στο δεύτερο στάδιο, την υαλουργία, σε εξειδικευμένα
εργαστήρια στις παρυφές των πόλεων γινόταν η κατεργασία των υαλοπλίνθων:
τις έσπαζαν, αναθέρμαιναν τα υαλοθραύσματα (μικρά κομμάτια γυαλιού) και
κατασκεύαζαν τα αντικείμενα με διάφορες τεχνικές.
Στον ελλαδικό χώρο, ξέρουμε με βεβαιότητα ότι υπήρχε εργαστήριο
υαλουργίας στη Ρόδο. Τον 5ο αι. π.Χ. κατασκευάζονταν εκεί πολύχρωμα
μυροδοχεία, ενώ τον 3ο και τον 2ο αι. π.Χ. χάντρες.
Στη Μακεδονία υπάρχουν ενδείξεις για υαλουργική δραστηριότητα
τουλάχιστον από τον 4ο αι. π.Χ. Στη Θεσσαλονίκη και τους Φιλίππους
βρέθηκαν εργαστηριακά κατάλοιπα ρωμαϊκών χρόνων.
Πηγή:ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ
