Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Translate

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2025

Ο τάφος του Φιλίππου Β΄

 


Σχέδιο του μακεδονικού τάφου Β, γνωστού ως «τάφου του Φιλίππου», της Μεγάλης Τούμπας της Βεργίνας. Οι τάφοι της Μεγάλης Τούμπας είναι ευρύχωρα υπόγεια κτίσματα με ορθογώνια κάτοψη και δύο εσωτερικούς χώρους, προθάλαμο και θάλαμο, στεγασμένα με ημικυλινδρική καμάρα από πελεκητές πέτρες. Έχουν μνημειακή πρόσοψη όμοια με πρόσοψη ναού, με θριγκό και επίστεψη ψηλή ζωφόρο ή αέτωμα, αλλά με ημικίονες στη θέση των κιόνων. Καλύπτονταν πάντοτε από τύμβο και δεν ήταν επομένως ορατοί παρά μόνο πριν από την ταφή. Τέτοιοι μνημειακοί τάφοι κατασκευάζονταν αποκλειστικά για τους υψηλότερους αξιωματούχους του μακεδονικού βασιλείου και τις οικογένειές τους. Οι μνημειακοί τάφοι της Μεγάλης Τούμπας της Βεργίνας ανακαλύφθηκαν το 1977 από τον Μανόλη Ανδρόνικο και χρονολογούνται όλοι στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα π.Χ. Το γεγονός ότι παρέμειναν θαμμένοι κάτω από τη γη συνετέλεσε ώστε να διατηρηθεί, συχνά σε σχετικά καλή κατάσταση, ο ζωγραφικός τους διάκοσμος και να μας επιτρέπουν να γνωρίσουμε από κοντά αξιόλογα δείγματα της μεγάλης ζωγραφικής του δεύτερου μισού του 4ου αι. π.Χ. 

 


Τοιχογραφία κυνηγιού από την πρόσοψη του μακεδονικού τάφου Β («τάφου του Φιλίππου») της Μεγάλης Τούμπας της Βεργίνας. Επάνω από τη δωρική ζωφόρο με τις τριγλύφους και τις μετόπες, υπάρχει μια φαρδιά ενιαία ζωφόρος και φέρει τοιχογραφία με πολυπρόσωπη σκηνή κυνηγιού, στην οποία δέκα συνολικά κυνηγοί, τρεις έφιπποι και επτά πεζοί, επικουρούμενοι από εννέα σκύλους, κυνηγούν θηράματα (δύο ελάφια, έναν κάπρο, ένα λιοντάρι και τέλος ένα δυσδιάκριτο ζώο στην κάτω δεξιά γωνία) σε ένα ορεινό τοπίο. Ο ώριμος ιππέας ταυτίζεται με τον νεκρό. Ο νεαρός ιππέας στο κέντρο της εικόνας, που δεν επιτίθεται σε θήραμα, αλλά μοιάζει να σπεύδει προς τους κυνηγούς του λιονταριού για να τους συνδράμει, θα μπορούσε να είναι γιος ή συγγενής του νεκρού. Το στεφάνι δάφνης που φοράει ο νέος άνδρας δείχνει ότι είναι σημαντική μορφή. Η παρουσία στο αριστερό τμήμα ενός ψηλού ορθογώνιου πεσσού με τρία μικρά αγάλματα στην κορυφή του, καθώς και οι ταινίες και ένας αναθηματικός πίνακας που στολίζουν το μεγάλο δέντρο στα αριστερά του πεσσού, φανερώνουν ότι ο χώρος είναι ιερός. Είτε πρόκειται για μια «ιστορική σκηνή» είτε για μια φανταστική σύνθεση με συμβολικό περιεχόμενο, η εικόνα του κυνηγιού μάς μεταφέρει στο περιβάλλον της βασιλικής οικογένειας της Μακεδονίας πριν από το τέλος του 4ου αι. π.Χ. Αν τοποθετήσουμε την κατασκευή του τάφου στη δεκαετία 340-330 π.Χ., τότε πρέπει να δεχτούμε ότι ο γενειοφόρος ιππέας είναι ο Φίλιππος Β΄ (που πέθανε το 336 π.Χ.) και ο αγένειος στεφανωμένος ιππέας πιθανότατα ο γιος του, ο Μέγας Αλέξανδρος· αν πάλι χρονολογήσουμε τον τάφο και την τοιχογραφία στο τελευταίο τέταρτο του 4ου αιώνα, τότε ο νεκρός θα μπορούσε να είναι ο ετεροθαλής αδελφός του Αλεξάνδρου Φίλιππος Γ΄ ο Αρριδαίος (που πέθανε το 316 π.Χ.).

 


Το χρυσό στεφάνι βελανιδιάς βρέθηκε μέσα στη λάρνακα μαζί με τα καμένα οστά του Φιλίππου και επειδή, όπως φαίνεται, ο νεκρός το φορούσε, όταν το σώμα του παραδόθηκε στις φλόγες της ταφικής πυράς, έχει κακοπάθει αρκετά, ιδίως στο κεντρικό του τμήμα. Το εξαιρετικά εντυπωσιακό και πολυσύνθετο αυτό χρυσό αντικείμενο που μιμείται με ιδιαίτερα πειστικό τρόπο στεφάνι φτιαγμένο από κλαδιά βελανιδιάς, του ιερού δένδρου του Διός, είναι μια ιδιαίτερα πολυδαίδαλη κατασκευή, ένα πραγματικό επίτευγμα της τέχνης ενός σπουδαίου χρυσοχόου, που δεν μας σώθηκε το όνομά του.Το στεφάνι του Φιλίππου που έχει σήμερα 313 φύλλα και 68 βελανίδια, με σωζόμενο βάρος 717 γραμμάρια και αρχικό οπωσδήποτε μεγαλύτερο, είναι όχι μόνο το βαρύτερο χρυσό στεφάνι που μας σώθηκε, αλλά και ένα από τα πιο βαρύτιμα που κατασκευάστηκαν ποτέ.Το χρυσό στεφάνι που αφιερώθηκε στον νεκρό, να το φορά ο ήρωας-βασιλιάς στα αιώνια συμπόσια των Μακάρων στα Ηλύσια πεδία, ανακαλεί τις λαμπρές και μοιραίες τελετές των Αιγών το καλοκαίρι του 336 π.Χ. όταν, όπως μαρτυρεί ο Διόδωρος: «στεφάνωσαν τον Φίλιππο με χρυσούς στεφάνους, όχι μόνον οι επιφανείς άνδρες, αλλά και οι περισσότερες από τις σημαντικές πόλεις, ανάμεσα τους και η πόλη των Αθηναίων».

 

Βιβλιογραφία-Δικτυογραφία:

  • Βουτυράς, Μ. & Α. Γουλάκη-Βουτυρά. 2011. Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Σελ. 246,251.  εικ. 255, 259, 260.
  • Ανδρόνικος, Μ. 1984. Βεργίνα- Οι βασιλικοί τάφοι. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025

Γυφυροποιϊα και ρυμοτομία των Μυκηναίων

 


Η Γέφυρα του Αρκαδικού, γνωστή και ως Γέφυρα της Καζάρμας (σημερινή τουριστική σήμανση/πινακίδα: Μυκηναϊκή Γέφυρα Α΄) είναι μυκηναϊκή γέφυρα, που βρίσκεται στο χωριό Αρκαδικό Αργολίδας. Θεωρείται η αρχαιότερη διατηρημένη γέφυρα της Ευρώπης και πιθανότατα του κόσμου, καθώς και η αρχαιότερη μονότοξη γέφυρα που παραμένει μέχρι σήμερα σε χρήση. Η γέφυρα χτίστηκε την Εποχή του χαλκού, μάλλον τον 13ο αιώνα π.Χ. και ήταν μέρος του οδικού δικτύου που είχαν κατασκευάσει οι Μυκηναίοι στην περιοχή της Αργολίδας, για τη διασύνδεση της Επιδαύρου με τις Μυκήνες και την Τίρυνθα. 

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2025

Η μυκηναϊκή ελεφαντουργία

 


Η μυκηναϊκή ελεφαντουργία έχει τις ρίζες της στη Μινωική Κρήτη. Τα πρώτα ελεφάντινα αντικείμενα που έφτασαν στη Μυκηναϊκή Ελλάδα είναι κρητικής προέλευσης και τα πρώτα δείγματα της μυκηναϊκής ελεφαντουργίας είναι φανερά επηρεασμένα από τις τεχνικές και την εικονογραφία της μινωικής τέχνης. Η πρώτη όμως ουσιαστική κίνηση για τη μεταφορά της κατεργασίας του ελεφαντόδοντου στην ηπειρωτική Ελλάδα ήταν η κατάκτηση της Kρήτης από τους Mυκηναίους γύρω στο 1450 π.Χ. Η ελεφαντουργία ήταν μια τέχνη πλήρως εξαρτημένη από τα ανάκτορα. Οι ηγεμόνες φρόντιζαν για την προμήθεια του ελεφαντόδοντου και το παρέδιδαν κατόπιν στους τεχνίτες, οι οποίοι εργάζονταν μέσα στα ανακτορικά κέντρα. Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται μέσα από αρχαιολογικές αλλά και από φιλολογικές μαρτυρίες: σε χώρους των ανακτόρων βρίσκονται κομμάτια ελεφαντόδοντο ως ανεπεξέργαστη πρώτη ύλη, ενώ στις καταγραφές των πινακίδων οι τεχνίτες του ελεφαντόδοντου χαρακτηρίζονται ανακτορικοί (wanakatero)

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2025

Το κάστρο Χλεμούτσι



Ο αρχαιολογικός χώρος κάστρου Χλεμούτσι βρίσκεται στο χωριό Κάστρο του Δήμου Ανδραβίδας–Κυλλήνης της Περιφερειακής Ενότητας Ηλείας, στο δυτικότερο ακρωτήριο της Πελοποννήσου, μεταξύ Κυλλήνης και Λουτρών Κυλλήνης. Το Χλεμούτσι είναι χτισμένο στο ψηλότερο σημείο της περιοχής, στην κορυφή του λόφου Χελωνάτα. Από τη στρατηγική και περίοπτη θέση του δεσπόζει σε όλη την πεδιάδα της Ηλείας, εποπτεύοντας παράλληλα τη νότια Αχαΐα, το Ιόνιο πέλαγος και τις ακτές της Αιτωλοακαρνανίας.