Η μυκηναϊκή ελεφαντουργία έχει τις ρίζες της στη Μινωική Κρήτη. Τα πρώτα ελεφάντινα αντικείμενα που έφτασαν στη Μυκηναϊκή Ελλάδα είναι κρητικής προέλευσης και τα πρώτα δείγματα της μυκηναϊκής ελεφαντουργίας είναι φανερά επηρεασμένα από τις τεχνικές και την εικονογραφία της μινωικής τέχνης. Η πρώτη όμως ουσιαστική κίνηση για τη μεταφορά της κατεργασίας του ελεφαντόδοντου στην ηπειρωτική Ελλάδα ήταν η κατάκτηση της Kρήτης από τους Mυκηναίους γύρω στο 1450 π.Χ. Η ελεφαντουργία ήταν μια τέχνη πλήρως εξαρτημένη από τα ανάκτορα. Οι ηγεμόνες φρόντιζαν για την προμήθεια του ελεφαντόδοντου και το παρέδιδαν κατόπιν στους τεχνίτες, οι οποίοι εργάζονταν μέσα στα ανακτορικά κέντρα. Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται μέσα από αρχαιολογικές αλλά και από φιλολογικές μαρτυρίες: σε χώρους των ανακτόρων βρίσκονται κομμάτια ελεφαντόδοντο ως ανεπεξέργαστη πρώτη ύλη, ενώ στις καταγραφές των πινακίδων οι τεχνίτες του ελεφαντόδοντου χαρακτηρίζονται ανακτορικοί (wanakatero).
Η πρώτη ύλη της μυκηναϊκής ελεφαντουργίας ήταν οι χαυλιόδοντες του ελέφαντα και τα δόντια του ιπποπόταμου, υλικά που εισάγονταν από την Αίγυπτο και τη Συρία. Τα πρωιμότερα ελεφάντινα αντικείμενα ήταν κοσμήματα και ανάγλυφα πλακίδια για τη διακόσμηση όπλων και επίπλων. Από την Υστεροελλαδική ΙΙΙ περίοδο άρχισαν να κατασκευάζονται και πολυτελή χρηστικά αντικείμενα από ελεφαντόδοντο, τα πιο συνηθισμένα από τα οποία ήταν τα λατρευτικά ειδώλια, οι σφραγίδες και διάφορα είδη καλλωπισμού, όπως χτένια και καθρέφτες. Οι τεχνίτες προσπαθούσαν να χρησιμοποιήσουν την πολύτιμη πρώτη ύλη με τις μικρότερες δυνατές απώλειες. Για την κατασκευή μικροαντικειμένων χρησιμοποιούσαν το συμπαγές άκρο του χαυλιόδοντα και το εσωτερικό κοίλο τμήμα του για την κατασκευή πυξίδων. Για τα μικρότερα αντικείμενα, όπως οι χάντρες και τα διακοσμητικά πλακίδια χρησιμοποιούνταν μάλλον τα απορρίμματα της κατεργασίας μεγαλύτερων αντικειμένων. Η επιφάνεια των ελεφάντινων αντικειμένων ήταν συχνά επιχρωματισμένη ή επιχρυσωμένη. Aρκετά προσφιλής ήταν και ο συνδυασμός του ελεφαντόδοντου με άλλα πολυτελή υλικά, όπως ο χρυσός, το ασήμι και οι πολύτιμοι λίθοι.
Στην επιλογή των θεμάτων και στην τεχνοτροπία διακρίνονται σαφείς επιρροές από την ανατολική εικονογραφία, οι οποίες υιοθετήθηκαν μαζί με την εισαγωγή της πρώτης ύλης. Τα έργα της μυκηναϊκής ελεφαντουργίας είναι πολλές φορές δύσκολο να ξεχωρίσουν από τα ανατολικά για τον επιπρόσθετο λόγο ότι σε διάφορα σημεία της μυκηναϊκής επικράτειας και σίγουρα στην Κύπρο και τη Συρία είχαν ιδρυθεί τοπικά εργαστήρια, τα οποία ακολουθούσαν διαφορετικές παραδόσεις. Λόγω των συνεχών μετακινήσεων των καλλιτεχνών γίνονταν συχνές μεταφορές του εικονογραφικού υλικού με αποτέλεσμα μοτίβα και εικονιστικά θέματα να μεταφέρονται σε άλλα μέρη και μετά να ξαναγυρίζουν στον τόπο προέλευσής τους εμπλουτισμένα με νέα στοιχεία.
Τα μυκηναϊκά ελεφάντινα αντικείμενα είναι αληθινά κομψοτεχνήματα. Η καλλιτεχνική τους αξία οφείλεται αφενός στη λεπτότητα και την εύπλαση φύση του υλικού, αφετέρου δε στην τελειοποίηση της τεχνικής. Η θεματογραφία των παραστάσεων είναι συνήθως αρκετά σύνθετη και προσομοιάζει με εκείνη της χρυσοχοΐας, ειδικότερα με εκείνη που παρουσιάζεται στα ανάγλυφα ελάσματα. Από τα πιο συνηθισμένα θέματα είναι τα άγρια ζώα σε ιπτάμενο καλπασμό ή σε συμπλοκή μεταξύ τους και τα μυθικά ζώα, σφίγγες και γρύπες, που απεικονίζονται σε εραλδικές παραστάσεις. Ένα τυπικό προϊόν της ελεφαντουργίας ήταν τα επίπεδα πλακίδια με ανάγλυφη και εγχάρακτη διακόσμηση που ήταν ένθετα ή επικολλημένα σε αντικείμενα από άλλα υλικά. Άλλα χαρακτηριστικά δείγματα της μυκηναϊκής ελεφαντουργίας θα πρέπει να ήταν τα ολόγλυφα αγαλματίδια, όπως το σύμπλεγμα τριών μορφών από την ακρόπολη των Μυκηνών και οι κεφαλές πολεμιστών με οδοντόφρακτο κράνος, όπως αυτές που βρέθηκαν στις Μυκήνες και στα Σπάτα.
Η τεχνοτροπία της τελευταίας φάσης της μυκηναϊκής ελεφαντουργίας διαφοροποιείται κάπως σε σχέση με αυτή των προηγούμενων περιόδων. Oι παραστάσεις γίνονται τώρα πιο λιτές, με ελάχιστη πλαστικότητα και χωρίς νέα έμπνευση. Στη θεματογραφία άρχισαν να προτιμούνται οι απεικονίσεις μυθικών ζώων παράλληλα με την απλή γραμμική διακόσμηση. Η άμεση εξάρτηση της ελεφαντουργίας από την εισαγόμενη πρώτη ύλη ήταν ο λόγος που η τέχνη αυτή εξαφανίστηκε ολοκληρωτικά από το Αιγαίο γύρω στο 1200 π.Χ., όταν έλαβαν χώρα οι μεγάλες διεθνείς αναταραχές και καταστράφηκαν τα μυκηναϊκά ανάκτορα. Η εξάσκησή της διατηρήθηκε μόνο στη Συρία μέχρι την εποχή του Σιδήρου.
Πηγή:Μυκηναϊκή Ελλάδα



