Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Translate

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

Παλαιά Αθηναϊκή Σχολή


Δυο γενιές Φαναριωτών ποιητών, μεταφυτευμένες από την Κωνσταντινούπολη και τις παραδουνάβειες ηγεμονίες στο Ναύπλιο πρώτα, στην Αθήνα ύστερα, προσδιορίζουν τη μετεπαναστατική μας λογοτεχνία με τρόπο αποφασιστικό. Πρόκειται σχεδόν για υπόθεση οικογενειακή: ο Ιακωβάκης Ρίζος Νερουλός (1778-1850) είναι εξάδελφος του Ιάκωβου Ρίζου Ραγκαβή (1779-1855), ο γιος του τελευταίου αυτού Αλέξανδρος έχει την ίδια συγγένεια με τους αδελφούς Αλέξανδρο (1803-1863) και Παναγιώτη Σούτσο (1806-1868). […]

Γύρω σ’ αυτά τα χρόνια (είμαστε ακόμα στο Ναύπλιο του Καποδίστρια) αρχίζει, μαζί με τη λογοτεχνική και πολιτική δράση των Σούτσων και του Α.Ρ. Ραγκαβή, η ιστορία του αθηναϊκού ρομαντισμού. […]

[…] Σπουδασμένος στο Μόναχο, ο Α.Ρ. Ραγκαβής αρχίζει τη λογοτεχνική του σταδιοδρομία με στίχους όπου το σμίξιμο του γερμανικού ιδανισμού και της δημοτικής παράδοσης (Δήμος κ’ Ελένη, 1831) θυμίζει κάπως τις προσπάθειες των Επτανησίων […].

Βρισκόμαστε σε μια καμπή· την ίδια χρονιά ο ρομαντισμός εισβάλλει βίαιος με τον «Οδοιπόρο» του Π. Σούτσου (Ποιήσεις, 1831). […] Μολονότι «ποίημα δραματικόν», ο «Οδοιπόρος» έχει με το θέατρο μόνο δευτερεύουσες, υστερογενείς σχέσεις. Η κύρια συμβολή του είναι λυρική: έχουμε να κάνουμε με μια βυρωνική ανταρσία του αισθήματος, με μια νέα ιστορική στιγμή όπου το άτομο αντιτίθεται κραυγαλέα σε ό,τι ως τώρα αποκαθιστούσε την ψυχική του γαλήνη και την αρμονική του επαφή με το περιβάλλον του. […] (1)

[…] Πώς διαγράφεται η πορεία του πεζού λόγου στη μετεπαναστατική Ελλάδα; Ότι η δεκαετία του 1830 είναι αποφασιστική για την ποίησή μας (αρκεί να σκεφθούμε την ορμητική επέλαση του βυρωνισμού) δεν νομίζω πως χρειάζεται συζήτηση. Ισχύουν ωστόσο οι ίδιοι όροι και για την πρόζα;

Θα επαναλάβω κι εδώ την πεποίθησή μου: ότι ως το 1840 περίπου, η πεζογραφία μας, βασισμένη κυρίως σε μεταφράσεις, ελάχιστα πρωτότυπη, αλλά λόγια πάντως στις βασικές εκδηλώσεις της, κυριαρχείται από τον 18ο αιώνα, διατηρώντας ζωντανές ακόμα, σε μεγάλο βαθμό, τις αξίες του Διαφωτισμού: την αρχαιογνωσία και αρχαιολατρία, την κριτική διάθεση, τη διαλογικότητα, τον διδακτισμό, τον ρεαλισμό κλπ.

Τα πράγματα αλλάζουν μετά το 1840. Ένα έτος-σταθμός: το 1845. Είναι η στιγμή μιας εμπορικής εξόρμησης που σηματοδοτείται από τις πρώτες ελληνικές μεταφράσεις του Αλέξανδρου Δουμά και του Ευγένιου Σύη. Συνδεδεμένη με την ποσότητα, η καμπή αυτή έχει ωστόσο άμεσες ποιοτικές επιπτώσεις, αν αναλογισθούμε ότι:

α) από εδώ και πέρα το προβάδισμα ανήκει, όχι πια στα σκηνικά, αλλά στα αφηγηματικά έργα, κυρίως στα (γαλλικά) μυθιστορήματα·

β) ενώ στο σύνολο της μεταφρασμένης λογοτεχνίας κατά τον 16ο, 17ο και 18ο κυριαρχεί η ιταλική γλώσσα-πηγή με ποσοστό πλέον του 65% έναντι 25% της γαλλικής, η τελευταία αυτή κατά τον 19ο αιώνα καταλαμβάνει την πρώτη θέση στις αυτοτελείς εκδόσεις με ποσοστό 67% έναντι 13,2% της ιταλικής·

γ) στο εξής μπορούμε να μιλάμε καθαρά για μια μεταφρασμένη παραλογοτεχνία (Δουμάς, Σύη, Σουλιέ, Κωκ, Φεβάλ κλπ.) ιδιαίτερα διαδεδομένη στους αστικούς ελληνικούς πληθυσμούς, παραλογοτεχνία που ανθεί παράλληλα με τις παλαιότερες λαϊκές εκδόσεις της Βενετίας.

Έτσι διαγράφονται δύο χώροι. Ο πρώτος, ο χώρος της λογιοσύνης, επιφορτισμένος με ιδεολογικές και αισθητικές φροντίδες, αναζητά ολοένα και περισσότερο το ιδανικό του στην ποίηση, και μάλιστα σε μια ποίηση κλασικιστικών προδιαγραφών. Η αποδοκιμασία των ξένων μυθιστορημάτων, κυρίως μετά την εκδοτική έκρηξη του 1845, είναι φυσική. Όλων των μυθιστορημάτων; Όχι ασφαλώς. Γιατί προέχει να διακριθούν τα «καλά» από τα «κακά». […]

Ο δεύτερος χώρος κατακλύζεται από λαϊκά μυθιστορήματα «άτινα μετά των λοιπών βιομηχανικών προϊόντων της μας στέλλει αθρόα η εσπερία Ευρώπη, και τα οποία μεταφραζόμενα ακορέστως εις την καθ’ ημάς γλώσσαν αποτελούσι το εντρύφημα πολλών (ιδίως δε του ωραίου φύλου)». Είναι το φροϋδικό «όνειρο με ανοιχτά μάτια». Αν θέλετε: ο χώρος του λαϊκού ρομαντισμού. Λαϊκού, με την έννοια του ποσοτικού, του στερεότυπου, του ανεπίλεκτου. Και ρομαντικού, με την έννοια του φαντασματικού, του φαντασιακού, του μυθικού. Ένας χώρος προσφοράς και ζήτησης, όπου θριαμβεύουν τελικά οι καλοί (happy end) και μαζί τους οι νόμοι της αγοράς: στις ανθρώπινες στερήσεις και μιζέριες (οικονομικές, πνευματικές, συναισθηματικές, σεξουαλικές κλπ.) προσφέρονται, δηλαδή πουλιούνται με το αζημείωτο, κατευναστικά φάρμακα. Ο Δουμάς εξαφανίζει τον Μπαλζάκ […].(2)

Βιβλιογραφικές αναφορές

(1) Παν. Μουλλάς, «Λογοτεχνία 1830-1880». Ρήξεις και συνέχειες. Μελέτες για τον 19ο αιώνα, Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 1993, 46-49.

(2) Παν. Μουλλάς, «Εισαγωγή». Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τ. Α΄, Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 1998, 115-117.