Στην αρχαιότητα, όπως και στις μέρες μας, τα αφιερώματα στον θεό θεωρούνταν ιερά και γι’ αυτό δεν επιτρεπόταν ούτε η μεταπώληση ούτε η μετασκευή τους. Τα αφιερώματα που καταστρέφονταν από κάποια φυσική αιτία ή αυτά που για κάποιο λόγο κρίνονταν περιττά υπήρχε η συνήθεια να θάβονται κοντά στο ιερό. Κάτι τέτοιο συνέβη περί τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. όταν από πυρκαγιά καταστράφηκαν αρκετά πολύτιμα αναθήματα και θάφτηκαν στην ιερά οδό, απέναντι από την Άλω. Ορισμένα από αυτά πιθανόν συναποτελούσαν ένα χρυσελεφάντινο σύνολο που απεικόνιζε την Απολλώνια τριάδα (Απόλλων, Άρτεμις, Λητώ). Οι ερευνητές συσχέτισαν τα ευρήματα με τα περίλαμπρα αναθήματα του Κροίσου, βασιλιά της Λυδίας, τα οποία περιγράφει ο Ηρόδοτος. Η ταύτιση ωστόσο παραμένει αβέβαιη και το μόνο σίγουρο είναι ότι πρόκειται για εντυπωσιακά έργα των μέσων του 6ου αιώνα π.Χ., με πιθανή προέλευση τα καλλιτεχνικά εργαστήρια της Ιωνίας ή της Κορίνθου.
Η κεφαλή του Απόλλωνα χαρακτηρίζεται από το μειλίχιο αρχαϊκό χαμόγελο, τα μαλλιά στο κεφάλι είναι από επίχρυσο ασήμι, ενώ οι δυο πλατιοί βόστρυχοι που πέφτουν δεξιά κι αριστερά στους ώμους από φύλλο χρυσού. Σώζεται μόνο το μπροστινό μέρος από τα πέλματα, καθώς το υπόλοιπο καλυπτόταν από το ένδυμα. Ο θεός κρατούσε στο χέρι είτε την επίχρυση αργυρή φιάλη είτε το αργυρό κύπελλο της ίδιας προθήκης. Το έργο έχει αποδοθεί σε κορινθιακό εργαστήριο, όπως και ορισμένες από τις μικρογραφικές ανάγλυφες πλάκες από ελεφαντόδοντο, οι οποίες κοσμούσαν μάλλον το ερεισίνωτο του θρόνου του. Σε μια από αυτές απεικονίζεται ένα επεισόδιο της Αργοναυτικής εκστρατείας: οι γιοι του Βορέα, Ζύθης και Κάλαϊς, καταδιώκουν τις τερατόμορφες Άρπυιες που τυραννούσαν τον μάντη Φινέα, κι εκείνος σε αντάλλαγμα τους δίνει συμβουλές για το πώς να φτάσουν στην Κολχίδα. Από τις υπόλοιπες πλάκες που σώζονται αποσπασματικά αξιοσημείωτη είναι η παράσταση αναχώρησης πολεμιστή με άρμα.
Η γλυκύτητα της έκφρασης στην κεφαλή της Αρτέμιδος, που φέρει χρυσό διάδημα και ρόδακες για σκουλαρίκια, τη συνδέει με την ιωνική τέχνη, πιθανότατα της Σάμου. Δυο μεγάλα ορθογώνια φύλλα από χρυσό στόλιζαν πιθανόν το ένδυμα της θεάς. Ήταν διακοσμημένα με παραστάσεις υπαρκτών και μυθολογικών ζώων: αίγαγρος, λιοντάρι, ταύρος, ελάφι, πήγασος, γρύπας, σφίγγα. Όπως και στον Απόλλωνα, τα μάτια και τα φρύδια ήταν ένθετα. Στο ίδιο άγαλμα ανήκε μάλλον και το αριστερό χέρι με χρυσό βραχιόλι. Εκτός από το τρίτο μεγάλο κεφάλι (της Λητούς) εκτίθενται ακόμα πέντε μικρότερα ελεφάντινα πρόσωπα και μέρη σώματος από άλλα αγάλματα. Σώζονται επίσης αρκετά από τα πρόσθετα χρυσά κοσμήματα, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν τα πλακίδια με παραστάσεις Γοργούς, Πήγασου και γρύπα, καθώς και ρόδακες, ανθέμια και άλλα φυτικά κοσμήματα. Το σύνολο συμπληρώνουν φύλλα χρυσού σε μορφή βοστρύχων, τμήματα ενδυμάτων, διαδήματα και ένα περιδέραιο με λεοντοκεφαλές. Στις ίδιες προθήκες εκτίθενται και άλλα ευρήματα του αποθέτη, όπως οι τέσσερις χάλκινες σφίγγες πάνω σε ιωνικά κιονόκρανα, τμήματα από οστέινο αυλό, τμήματα αργυρής επίχρυσης φιάλης, χάλκινες λαβές λεβήτων, δυο από τις οποίες έχουν μορφή σειρήνας με ανοιχτά φτερά, βάση χάλκινου θυμιατηρίου (φέρει επιγραφή που έχει σχετιστεί με τον Κροίσο), πολλά οστέινα περίτμητα πλακίδια που διακοσμούσαν κάποιο ξύλινο αντικείμενο, δυο πήλινες αντωπές σφίγγες, τρεις πήλινες γυναικείες προτομές, πολλές χάλκινες αιχμές βελών και σιδερένιες αιχμές δοράτων.