Το κριτικό κύρος του όρου «Επτανησιακή Σχολή» οφείλεται αναμφισβήτητα στον Κωστή Παλαμά. […] Συγκεκριμένα, όπως έδειξε η Αποστολίδου, ο Παλαμάς, σε σειρά κειμένων του που χρονολογούνται ήδη από το 1883, «είναι ο πρώτος ο οποίος αντιμετώπισε τους επτανήσιους ποιητές ως ένα σύνολο με εσωτερική ενότητα, καθορισμένες σχέσεις μεταξύ τους και ορισμένο ρόλο στην εξέλιξη της νεοελληνικής ποίησης. Μ’ άλλα λόγια είναι ο πρώτος που εισάγει στη γραμματολογική συνείδηση την έννοια της “επτανησιακής σχολής” όχι μόνον ως όρο, αλλά επεξεργασμένη και με διατυπωμένα σαφώς τα χαρακτηριστικά της, τη σχέση της με τον Σολωμό και τον ρόλο της» [Βενετία Αποστολίδου, Ο Κωστής Παλαμάς ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1992, σ. 201]. Τα ένα συν έξι μέλη της Σχολής: Σολωμός, Βαλαωρίτης, Λασκαράτος, Μαρκοράς, Πολυλάς, Τερτσέτης και Τυπάλδος (μη συμπεριλαμβανομένου του Κάλβου). Τα χαρακτηριστικά της: κοινό ελληνικό εθνικό φρόνημα· κοινό αίσθημα της δημοτικής ποιητικής γλώσσας· κοινό αίσθημα του ποικίλου ρυθμού· κοινό αίσθημα της ποιητικής τέχνης ως αυτόνομης δημιουργίας, ανεξάρτητης από άλλα είδη του λόγου· κοινό αίσθημα της ποιητικής ουσίας που ανάγει το ατομικό στο καθολικό και το αιώνιο. Η σχέση του Σολωμού με τα υπόλοιπα μέλη: ο πρώτος είναι ο γενάρχης και αρχηγός, οι υπόλοιποι οι άμεσοι κληρονόμοι του, που δεν έχουν ωστόσο μαζί του σχέση δουλικής μίμησης, αλλά πνευματικής συγγένειας. Ο ιστορικός ρόλος της Σχολής: σε πλήρη αξιολογική αντιδιαστολή με την καταδικαστέα «παλαιά αθηναϊκή σχολή» των ρομαντικών. Το τελευταίο χαρακτηριστικό, συνδυασμένο με την πρόθεση του Παλαμά να χαράξει έναν κανόνα αξιών της ποιητικής παράδοσης ο οποίος να ευνοεί τους στόχους των ποιητών της γενιάς του, αιτιολογούν την απόφανσή του ότι «η Σχολή αύτη [η Επτανησιακή] είναι κάτι περισσότερον Σχολής· είναι αυτή η νεωτέρα ελληνική ποίησις υπό την αγνοτέραν και την φωτεινοτέραν της όψιν» […]. Αξίζει να σημειωθεί ότι η χρήση του όρου «Σχολή» από τον Παλαμά διευκολύνθηκε από το γεγονός ότι, στο χώρο της αθηναϊκής κυρίως λογοτεχνικής κριτικής της περιόδου 1830-1880, ο όρος «Σχολή» απαντά συχνότατα, είτε με την έννοια της λογοτεχνικής γενιάς είτε με την έννοια της νέας, διαφορετικής από το παρελθόν, τεχνοτροπίας.(1)
