Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Translate

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Τα κύρια χαρακτηριστικά της πεζογραφίας της γενιάς του 1880

 

α) Θετικισμός
Το κυρίαρχο στοιχείο της περιόδου τόσο στην πεζογραφία όσο και στην ποίηση είναι η αντιρομαντική κατεύθυνση και η καθιέρωση του ρεαλιστικού τρόπου γραφής. Στο πλαίσιο αυτό, διαμορφώνονται εκ παραλλήλου οι κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη της λαογραφίας, της ηθογραφίας και του διηγήματος, καθώς και για την πρόσληψη του νατουραλισμού.



Ήδη από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, η πρόοδος των επιστημών και της τεχνολογίας καθώς και η εξάπλωση του θετικισμού στη φιλοσοφία είχαν διευρύνει την κυριαρχία των επιστημονικών δομών και σε άλλους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η φιλοσοφία του Auguste Compte ενάντια στον ιδεαλισμό του ρομαντισμού και στις υπερβολές της φαντασίας, προώθησε την αξιοποίηση των δεδομένων της εμπειρίας. Ο θετικισμός εξέφρασε την προσπάθεια να εφαρμοστεί η μεθοδολογία των φυσικών επιστημών (έρευνα, ανάλυση, ταξινόμηση) για την επεξήγηση των κοινωνικών φαινομένων (Deshusses 1984: 13). Στη λογοτεχνία, οι θέσεις του θετικισμού εκφράστηκαν από τον Hippolyte Taine στην Introduction à l'histoire de la littératureAnglaise (1863) (Εισαγωγή στην Ιστορία της Αγγλικής λογοτεχνίας). Ένα λογοτεχνικό κείμενο υποστήριζε ο Taine πρέπει να θεωρείται έκφραση της ψυχολογίας του ατόμου, η οποία είναι αποτέλεσμα του περιβάλλοντος και της περιόδου στην οποία ζει το άτομο και του γένους στο οποίο ανήκει (Taine 1880:1-36). Τα δεδομένα της εμπειρίας, της παρατήρησης και της εξέτασης υπαγορεύουν την εφαρμογή κάποιων κανόνων, που υιοθετήθηκαν επίσης και στην τέχνη. Καλλιεργήθηκε η πεποίθηση ότι η τέχνη είναι ή θα πρέπει να είναι μια μιμητική αντικειμενική απεικόνιση της εξωτερικής πραγματικότητας (ρεαλισμός). Οι συγγραφείς που ακολούθησαν αυτές τις επιταγές (οι ρεαλιστές) επέλεξαν το κοινότοπο και προσιτό και προσπάθησαν να είναι αντικειμενικοί (Furst & Skrine 1990: 16). Όπως εύστοχα έχει επισημάνει ο Wellek, ο ρεαλισμός ως γραφή στα συμφραζόμενα του δέκατου ένατου αιώνα συνιστά την «αντικειμενική αναπαράσταση της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας» (1963: 240-241). Στην ελληνική ιστορική, κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα της εποχής, ο ρεαλισμός συνδέθηκε στην πράξη με την ηθογραφία. Στην πράξη επίσης, η φαντασία δεν εξοβελίστηκε ποτέ εντελώς από τα γραπτά της περιόδου. Επίσης και η ανάπτυξη της λαογραφίας είναι ένα χαρακτηριστικό στοιχείο της περιόδου. Αν και η λαογραφία ξεκίνησε με βάσεις ρομαντικές, στηρίχθηκε δηλαδή στην πρόταση του Herder κατά την οποία οι εγχώριες παραδόσεις ενός λαού εκφράζουν τις ρίζες και συνθέτουν την ταυτότητα του έθνους σε όλη την πορεία του (Beaton 1996: 106), η συστηματοποίησή της πέρα από το ρομαντικό ζητούμενο σε επιστήμη με συγκεκριμένες κατευθύνσεις, μεθοδολογία και στόχους οφείλεται στο επιστημονικό πνεύμα της περιόδου.



β) Ηθογραφία
Όλη σχεδόν η πεζογραφική παραγωγή που δημοσιεύεται κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών του δέκατου ένατου αιώνα τείνει να απεικονίζει μικρές παραδοσιακές κοινότητες στο φυσικό τους περιβάλλον (με διαφορετική βέβαια κάθε φορά χρήση του υλικού από τον εκάστοτε συγγραφέα, βλ. Beaton 1996: 107). Η αναπαράσταση δεν περιορίζεται μόνο στον αγροτικό χώρο αλλά φορά και σε κοινότητες του αστικού χώρου, και έτσι η ηθογραφική προσέγγιση είναι χαρακτηριστικό και των διηγημάτων ή μυθιστορημάτων του άστεως. Η ηθογραφία νοείται ως «απεικόνιση εκ του φυσικού ηθών και εθίμων, ανθρώπινων τύπων και περιοχών», δηλαδή πιστή μεταγραφή της πραγματικότητας και συμπίπτει με τη γενική έννοια του ρεαλισμού (Γκότση 2004: 45). Αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ως όρος δηλωτικός του είδους ξεπερνά τα χρονικά πλαίσια των τελευταίων δεκαετιών του δέκατου ένατου αιώνα ή ακόμα και των αρχών του εικοστού αιώνα (για παράδειγμα το μυθιστόρημα του Θεοτόκη, Η Ζωή και ο Θάνατος του Καραβέλα, δημοσιεύτηκε. το 1920 με τον υπότιτλο ηθογραφικό μυθιστόρημα). Αν δούμε συνδυαστικά τους δύο όρους, ρεαλισμό και ηθογραφία, τότε η έννοια της ηθογραφίας γίνεται πιο εύληπτη. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι όπως και ο ρεαλισμός είναι μια τεχνική, μια γενική τάση, και έργα διαφορετικών εποχών μπορούν να χαρακτηριστούν ως ηθογραφικά, με τον ίδιο τρόπο που έργα διαφορετικών εποχών χαρακτηρίζονται ως ρεαλιστικά (για το ζήτημα του ρεαλισμού βλ. Furst & Skrine1990:16,17). Η ηθογραφία συνδέθηκε ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες του δέκατου ένατου αιώνα με τις λαογραφικές επιδιώξεις, με στόχο τη «γνωριμία με την ντόπια ανθρωπογεωγραφία» (Γκότση 2004: 45). Σε ένα κλίμα αναζήτησης της ελληνικής ταυτότητας και γενικής αισιοδοξίας για την επέκταση των ορίων του ελληνικού κράτους, σταθερό ζητούμενο ήταν η ανίχνευση της φύσης του ελληνικού πολιτισμού. Οι συγγραφείς της περιόδου καταγράφουν ως λαογράφοι στοιχεία ενδεικτικά των ελληνικών ηθών μερικά από τα οποία χρησιμοποιούν και στα δικά τους μυθιστορήματα. Είναι γνωστή για παράδειγμα η περιγραφή από τον Καρκαβίτσα του πραγματικού χωριού που «αποτέλεσε τη βάση για τη μυθοπλαστική απόδοση του χωριού των ζητιάνων στο μυθιστόρημά του ο Ζητιάνος» στο περιοδικό Εστία (Beaton 1996: 107n). Για να αναφέρουμε ένα ακόμη παράδειγμα, στο ίδιο περιοδικό δημοσιεύει και ο Κονδυλάκης τις «Κρητικές Εικόνες» του από τα Χανιά και το Ηράκλειο. Είτε θεωρήσει κανείς αυτού του είδους την εργασία ως ενταγμένη κυρίως στα πλαίσια μιας εθνικής ιδεολογίας είτε την αναλύσει με όρους που παραπέμπουν στη μεθοδολογία του ρεαλισμού/νατουραλισμού το αποτέλεσμα δεν διαφέρει. Πρόκειται για ένα είδος γραφής βασισμένο στην παρατήρηση, την όσο το δυνατόν πιο πιστή μεταγραφή, και τέλος την ανάλυση. Σχηματικά, οι Έλληνες συγγραφείς έχουν στη διάθεσή τους δύο παράλληλα και συμπλεκόμενα συστήματα.

Πολλά από τα κείμενα που ανθολογούνται παρουσιάζουν αυτή την τάση ηθογράφησης (παρουσίαση μιας μικρής κοινότητας, μελέτη χαρακτηριστικών τύπων της κοινότητας ή συγκεκριμένων δοξασιών). Τέτοια κείμενα είναι Το βοτάνι της αγάπης του Δροσίνη, που παρουσιάζει στοιχεία του ελληνικού τοπίου με κάποια δόση εξωτισμού, όπως θα τα έκρινε ίσως ένας αποστασιοποιημένος από τον ελληνικό χώρο παρατηρητής (Mackridge 1992: 154), Η Λυγερή του Καρκαβίτσα που δίνει εικόνες της επαρχιακής ζωής στην πόλη των Λεχαινών (γενέθλια πόλη του συγγραφέα) (Σαχίνης 1975: 159), η Μαργαρίτα Στέφα του Ξενόπουλου που απεικονίζει τη ζακυνθινή ζωή, οι Φυλλάδες του Γεροδήμου του Εφταλιώτη και «Ο Καπετάν Γιώργης» και «η Αγγέλικα» από τις Νησιώτικες Ιστορίες του που δίνουν με νοσταλγικό τόνο την ήσυχη ζωή των ανθρώπων της Μυτιλήνης (Πολίτης 2003: 213). Επίσης Ο Ξενιτεμένος του Χρηστοβασίλη, Ο Πατούχας του Κονδυλάκη, η Αρφανούλα του Μωραϊτίδη εντάσσονται στο ίδιο πλαίσιο της ηθογραφικής προοπτικής. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι ηθογράφοι συγγραφείς γνωρίζουν καλά τον τόπο και τις συνήθειες των ανθρώπων που περιγράφουν στα έργα τους, για τις οποίες συχνά εκδηλώνουν μια νοσταλγική προσκόλληση, συνδυασμένη ενίοτε με τις αναμνήσεις παλαιών παιδικών τραυμάτων (Mackridge 1992: 150). Η τάση ηθογράφησης περιλαμβάνει και το χώρο του άστεως. Το απόσπασμα από την Χειραφετημένη της Παρρέν, για παράδειγμα, παρουσιάζει την ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης, Το Λαμπρό Αμάξι του Παπαντωνίου δίνει διαφορετικές όψεις της ζωής της Αθήνας για τις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες της, ομοίως και το μυθιστόρημα Οι Άθλιοι των Αθηνών του Κονδυλάκη (απόσπασμα του οποίου ανθολογείται). Ορισμένα κείμενα έχουν ανθολογηθεί γιατί εντοπίζονται σ' αυτά περισσότερες από μία τάσεις, όπως διαφαίνεται από την ανάγνωσή τους. Μία βασική χαρακτηριστική τάση της εποχής είναι η καλλιέργεια του διηγήματος.



γ) Νατουραλισμός
Η δυναμική των ιδεών και των λογοτεχνικών κινημάτων της Ευρώπης βρίσκει είτε άμεσους αποδέκτες (Νικόλαος Πολίτης, Ψυχάρης, Γεώργιος Βιζυηνός, λόγω της διαμονής και εκπαίδευσής τους στο εξωτερικό) είτε έμμεσους (Ξενόπουλος, λόγω των διαβασμάτων του).Ο νατουραλισμός κάνει την αδιαμφισβήτητη εμφάνισή του με τη μετάφραση της Νανάς του Εμίλ Ζολά από τον Ιωάννη Καμπούρογλου (Φλοξ). Η μετάφραση δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο Ραμπαγά προτού διακοπεί λόγω αντιδράσεων (μεταξύ άλλων από τον Άγγελο Βλάχο στην Εστία το 1879) εξαιτίας του σκανδαλώδους περιεχομένου του έργου. Με τη Νανά σηματοδοτείται η εμφάνιση του γαλλικού νατουραλισμού στην Ελλάδα. Έχει ανθολογηθεί ένα μικρό μέρος αυτής της μετάφρασης (από την έκδοση του μυθιστορήματος σε βιβλίο το 1880) η οποία έχει ιστορική σημασία. Στο απόσπασμα από το κεφάλαιο V, δίνεται η ατμόσφαιρα στα παρασκήνια προτού η Νανά (μια χορεύτρια βαριετέ) βγει στη σκηνή.

Ο Ξενόπουλος έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πρόσληψη του νατουραλισμού στην Ελλάδα τόσο με το άρθρο του στην Εικονογραφημένη Εστία «Αι περί Ζολά προλήψεις» το 1890, με το οποίο προώθησε τη θεωρία του νατουραλισμού, όσο και με ορισμένα μυθιστορήματά του. Ένα από τα πρωτόλειά του το οποίο ανθολογείται εδώ (από την πρόσφατη έκδοσή του από το Ε.Λ.Ι.Α), το μυθιστόρημα Νικόλας Σιγαλός (1890), φανερώνει το διάλογο του συγγραφέα με το Ζολαδικό νατουραλισμό αλλά και με τεχνικές που θυμίζουν Μπαλζάκ. Εύκολα αναγνωρίζεται η αντίστοιχη ανθρωπογεωγραφία και κοινωνική διαστρωμάτωση που παραπέμπει στο μυθιστόρημα LePèreGoriot (1834-35) του Μπαλζάκ. Η δε προσπάθεια «διαλόγου» με το γαλλικό νατουραλισμό δεν εξαντλείται μόνο στην αναφορά του ονόματος του Ζολά και του ρόλου της κληρονομικότητας σε πολλά σημεία του κειμένου. Στη σκηνή που ανθολογείται, ο «πραγματικισμός», όπως ονόμαζε ο Ξενόπουλος το νατουραλισμό, ενσωματώνεται φυσικά στο κείμενο (Αμιλήτου 2002: 53) (ο όρος «πραγματικισμός» ίσως προέρχεται από τη γαλλική έκφραση «chosisme» που χρησιμοποιείται με σχετικά αρνητική χροιά στη Γαλλία). Πρόκειται για το μάθημα φυσιολογίας για τα ούρα και τον ιδρώτα, στο αμφιθέατρο της Ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών που τυχαία παρακολουθούν οι ήρωες του μυθιστορήματος. Και από την πλευρά της θεματικής αλλά και από την πλευρά της αφηγηματικής τεχνικής (ο αφηγητής-παρατηρητής δίνει λεπτομερή περιγραφή μιας καθημερινής σκηνής με αντικειμενικότητα, ακρίβεια και πιστότητα σχεδόν φωνογραφική), έχουμε ένα δείγμα νατουραλιστικής γραφής. Βέβαια ο Ξενόπουλος δεσμεύεται από τις ευκολίες του κι έτσι δεν αξιοποιεί πλήρως το νατουραλιστικό μοντέλο που φαίνεται ότι τον θέλγει. Τόσο η συγκεκριμένη σκηνή όσο και όλο το μυθιστόρημα τελειώνουν με ένα ηθικοδιδακτικό μήνυμα που ανατρέπει την ντετερμινιστική θεώρηση των πραγμάτων. Ο Ξενόπουλος όμως συντέλεσε στη διάδοση της λογοτεχνίας ακριβώς λόγω της απήχησης του έργου του στο ευρύ αναγνωστικό κοινό (Πολίτης 2003: 214).
Ένα άλλο κείμενο στο οποίο προβάλλονται πιστά οι αρχές του νατουραλισμού (το ντοκουμέντο, η αληθινή ιστορία, το πείραμα) είναι ο πρόλογος του μυθιστορήματος του Ψυχάρη, Η άρρωστη δούλα (1906) που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο Νουμά. Τα μυθιστορήματα του Καρκαβίτσα Η Λυγερή (1892) και κυρίως Ο Ζητιάνος (1895), καθώς και η Φόνισσα (1903) του Παπαδιαμάντη, έχουν επίσης αρκετά νατουραλιστικά στοιχεία. Στο Ζητιάνο και στη Φόνισσα, παρατηρείται χρήση του ελεύθερου πλάγιου λόγου, μια διαπλοκή δηλαδή των σκέψεων του αφηγητή με τις σκέψεις των ηρώων, μέσω της οποίας παρουσιάζεται εναργέστερα ο εσωτερικός τους κόσμος. Ο Παπαδιαμάντης με την έξοχη ψυχογράφηση της Φόνισσάς του βρίσκεται ήδη πολύ κοντά στην προσπάθεια διερεύνησης της υποκειμενικότητας του ατόμου που θα προβληθεί με το κίνημα του Συμβολισμού στις αρχές του εικοστού αιώνα. Νατουραλιστικά στοιχεία εντοπίζονται και στο μυθιστόρημα του Κονδυλάκη Οι Άθλιοι των Αθηνών, το οποίο όμως βρίθει και από υπερβολές και ρομαντικά κατάλοιπα σε τέτοιο βαθμό ώστε να μοιάζει με λαϊκό ανάγνωσμα (Πολίτης 2003: 216). Στο νατουραλιστικό πλαίσιο εντάσσεται και το μεταγενέστερο μυθιστόρημα του Θεοτόκη Η Ζωή και ο Θάνατος του Καραβέλα (1920). Από τις χρονολογίες δημοσίευσης των παραπάνω έργων, διαπιστώνεται ότι ο νεοελληνικός νατουραλισμός, αν και εμφανίζεται σε μια περίοδο που στην Γαλλία το κίνημα είχε ήδη αρχίσει να εκπνέει (βλ. Pagès 1989: 13-21), επιβιώνει για αρκετά χρόνια στον ελληνικό χώρο.